An American In Paris

Share on facebook
Share on linkedin
Share on pinterest

An American In Paris

Share on facebook
Share on linkedin
Share on pinterest
Photographer: Stefanie Renoma, Fashion Stylist: Nicholas Mellamphy | Sarah in a fur coat, Maison Ullens. Sunglasses from personal collection.
Photographer: Stefanie Renoma, Fashion Stylist: Nicholas Mellamphy | Sarah in a fur coat, Maison Ullens. Sunglasses from personal collection.

Η Εβδοµάδα Μόδας του Παρισιού ήταν για την αμερικανίδα ηθοποιό Sarah Rafferty µια αποκάλυψη. Μαγεµένη ακόµα, καταγράφει την εµπειρία της αποκλειστικά στη Vogue Greece.

Ως µητέρα οφείλω να παραδεχθώ ότι αισθάνοµαι πάντα τύψεις όταν µου παρουσιάζεται µια ευκαιρία να ταξιδέψω χωρίς τις κόρες µου, είτε πρόκειται για δουλειά είτε για αναψυχή. Θα έπρεπε να υπάρχει µια λέξη γι’ αυτό το βιολογικό ρολόι που έχουν οι γονείς εφήβων. Οι δείκτες του κινούνται από το «πόσα χρόνια ακόµη θα τις έχω κάτω απ’ τη στέγη µου;» και το «πόσες διακοπές και αργίες ακόµη θα θέλουν να περνούν µαζί µας;» έως το «για πόσο καιρό ακόµα οι πόρτες των δωµατίων τους θα µένουν ορθάνοιχτες;». Χρόνια ξενυχτιών στη δουλειά µε έχουν ήδη κρατήσει µακριά απ’ τις κόρες µου, οι οποίες έχουν µια τάση να µου θυµίζουν τις αρκετές φορές που δεν φάγαµε µαζί το βράδυ, δεν τις έβαλα για ύπνο και δεν διαβάσαµε παρέα.

Οπότε, όταν έλαβα την πρόσκληση για την Εβδοµάδα Μόδας του Παρισιού, ενθουσιάστηκα και ταυτόχρονα ένιωσα να µε κατακλύζουν τύψεις. Πώς µπορώ να ταξιδέψω χωρίς τα παιδιά µου, όταν θέλω να ρουφήξω µέχρι και την τελευταία σταγόνα της παιδικής τους ηλικίας, που περνά τόσο γρήγορα; Ένα ταξίδι στο Παρίσι για να παρακολουθώ επιδείξεις µόδας θα ήταν κίνηση εγωιστική και επιπόλαιη; Θα ήµουν καλύτερη µητέρα αν έµενα σπίτι και πήγαινα στους σχολικούς αγώνες τους; Σε έναν τέλειο κόσµο, θα µπορούσα να τις πάρω µαζί µου, όπως έκανα και στο παρελθόν, αλλά πλέον έχουν µεγαλώσει και δεν µπορούν να χάνουν µαθήµατα. Ευτυχώς, µε έπεισε ο σύζυγός µου. Αποφασίσαµε πως θα µπορούσα και θα έπρεπε να λείψω για τρεις ηµέρες. Σαν δώρο στον εαυτό µου για τα εννέα χρόνια στο Suits, όπου οι ενδυµατολογικές επιλογές του χαρακτήρα που υποδύοµαι αποδείχθηκαν µεγάλο σχολείο για την τέχνη της µόδας και τον τρόπο που εξυµνεί και ενδυναµώνει τη σύγχρονη γυναίκα. Και ποιος ξέρει τι θα έφερνα στις κόρες µου επιστρέφοντας – κυριολεκτικά και µεταφορικά. Όπως είπε και η ηρωίδα της Audrey Hepburn στην ταινία «Γλυκιά µου Σαµπρίνα», «το Παρίσι είναι για να αλλάζεις τρόπο σκέψης, να ανοίγεις τα παράθυρα και να αφήνεις να µπει η µελωδία του La Vie En Rose».

 


Άποψη του Παρισιού με τον Πύργο του Άιφελ στο βάθος.
©Unsplash

Μετά από µια βραδινή πτήση, κατά την οποία δεν κοιµήθηκα, έφτασα στο διακριτικό ως προς την όψη Hotel De Pourtales. Με συνόδευσαν πίσω από τη µεγάλη κόκκινη πόρτα στο νούµερο 7 της Rue Tronchet, διασχίσαµε µια αυλή του 19ου αιώνα και φτάσαµε σε µια ευρύχωρη σουίτα µε αρκετά υπνοδωµάτια ώστε να χωρέσουν όλα τα µέλη της οικογένειάς µου, χωρίς να χρειαστεί να µοιραστούν κάποιο δωµάτιο – ξαφνικές τύψεις και πάλι! Τόσο πολύ µε ενθουσίασε η τέχνη και η αρχιτεκτονική του ξενοδοχείου, που ο Antoine Bidan, ο executive assistant manager προσφέρθηκε να µε ξεναγήσει στην ανακαινισµένη διώροφη σουίτα που δεσπόζει στους τελευταίους ορόφους µε θέα 360 µοιρών σε ολόκληρη την πόλη. Η Madeleine, ο Πύργος του Άιφελ, η Όπερα, η Sacre Coeur φαίνονταν πεντακάθαρα. Συνεπώς, όπως ήταν φυσικό, καθώς η αγάπη µου για το θέατρο µε χαρακτηρίζει, τραγούδησα ορισµένα από τα αγαπηµένα µου κοµµάτια, προτού µπω στο δωµάτιό µου για έναν γρήγορο ύπνο.

Στη συνέχεια πήγαµε στις πρόβες µας. Είναι συναρπαστική εµπειρία να µπαίνει κανείς στο ατελιέ του Valentino στην Place Vendôme. Ακόµη βλέπω µπροστά µου τις κρεµάστρες µε τις επιλογές που µου έφεραν, µεταξύ των οποίων ένα µαύρο εφαρµοστό φόρεµα µε δαντέλα και ένα φαρδύ, ανοιχτό πράσινο φόρεµα. Προτίµησα ένα two piece σύνολο στο χρώµα της λεβάντας από τη συλλογή prêt-à-porter S/S 2020, που το συνδύασα µε «φευγάτες» µαύρες µπότες και, φυσικά, µια µακριά γαλαζοπράσινη κάπα, γιατί όταν σου προτείνουν να φορέσεις κάπα, η απάντηση πάντα είναι «bien sûr»! Παρεµπιπτόντως, αν βρεθείτε στην Place Vendôme, µια καλή ιδέα είναι να πεταχτείτε στο Ritz, να θαυµάσετε τον ανθοστολισµό και να πιείτε ένα ποτάκι στο Hemingway Bar.

 


H Sarah φοράει δερμάτινη τουνίκ με κεντημένα κρύσταλλα και σατέν παντελόνι, Stephane Rolland Couture. Δερμάτινες γόβες Gianvito Rossi, Kalogirou Boutique. Δερμάτινα γάντια, Maison Fabre.
©Photographer: Stefanie Renoma, Fashion Stylist: Nicholas Mellamphy

Το πρώτο βράδυ µετά το υπερατλαντικό ταξίδι ο ύπνος έρχεται γρήγορα και εύκολα. Με ξύπνησε το τηλεφώνηµα απ’ τη µεγάλη µου κόρη στις 5 το ξηµέρωµα, για να µου πει καληνύχτα. Υπάρχει διαφορά οκτώ ωρών. Αν και αγουροξυπνηµένη, τσέκαρα ως µητέρα το κουτάκι «ναι, θέλει ακόµη να µου λέει καληνύχτα». Αλλά δεν µπορούσα να ξανακοιµηθώ, οπότε ήταν ώρα για την αγαπηµένη µου συνήθεια, τον «περίπατο του τζετ λαγκ». Το Παρίσι, φυσικά, το απολαµβάνει κανείς καλύτερα αν το περπατήσει, και δεν είχα κάνει ποτέ κάποια βόλτα στην Πόλη του Φωτός που να µην κατέληξε σε κάτι µαγικό.

Ξεγλίστρησα από το δωµάτιο και έπεσα πάνω στο πρώτο κύµα ανθρώπων που ξεκινούσαν για τις δουλειές τους. Κίνησα για τον λευκό θόλο στον λόφο που φαινόταν στον ορίζοντα. Οι γονείς στη Μονµάρτρη πήγαιναν βιαστικά τα παιδιά µε τις µικρές τσαντούλες τους στο σχολείο, ενώ έδειχναν τροµερά cool χωρίς καµία προσπάθεια, προτού καν φέξει. Ένιωσα µια σουβλιά αναπολώντας την εποχή που τα δικά µου παιδιά ήταν στα καρότσια τους και µε άφηναν να τα ντύνω µε ρούχα ευρωπαϊκού στιλ, τα οποία είχα πάρει όταν τριγυρνούσα έγκυος στους δρόµους του Παρισιού. Ποιος είπε ότι «οι µέρες περνούν αργά, µα τα χρόνια γρήγορα»;

 


Αίθουσα του μουσείου Rodin.
©Cyrille Weiner

Ξεπέρασα τη µελαγχολία µε γρήγορο βηµατισµό στα σκαλιά της Sacre Coeur. Στην κορυφή, κόσµος περίµενε ήσυχα τον ήλιο να εµφανιστεί στον ορίζοντα και, καθώς έπεφταν οι παλµοί µου, οι αισθήσεις µου άρχισαν να εντείνονται. Μου «χόρευε» ο καπνός που έβγαινε από τις καµινάδες; Μπορούσα να µυρίσω φρέσκο ψωµί να ψήνεται; Ποιος µου τραγουδούσε και µε υπνώτιζε από απόσταση; Σκέφτηκα να ρίξω µια γρήγορη µατιά στον καθεδρικό ναό προτού πάω για κρουασάν, αλλά, όταν µπήκα, οι µοναχές έψελναν και ακούγονταν σαν χορωδία αγγέλων. Γέλασα. Είχα πετύχει άλλη µια στιγµή µαγείας.

Πέρασα πάνω από µία ώρα περιπλανώµενη στον ναό, χαζεύοντας την τέχνη και νιώθοντας νοσταλγία για τους γονείς µου που θα το απολάµβαναν αυτό σίγουρα. Μου είχαν κάνει δώρο ένα ταξίδι στο Παρίσι, για να επισκεφθώ τη µεγάλη µου αδερφή όταν τελείωσα το σχολείο, επειδή µε ήξεραν καλά και γνώριζαν ότι προτιµώ τις εµπειρίες από τα αντικείµενα. Όταν πια βγήκα από την εκκλησία, ένα ζευγάρι στην ηλικία µου στεκόταν στο πλακόστρωτο. Οι φιγούρες τους διαγράφονταν από τον φωτεινό πρωινό ουρανό – φιλιούνταν. Φαντάστηκα πως το κάνουν αυτό εδώ και χρόνια. Στον νου µου ήρθαν αναµνήσεις από ταξίδια στο Παρίσι µε τον τωρινό µου σύζυγο κατά τα τελευταία είκοσι και κάτι χρόνια. Να πίνουµε καφέ στο Café Kleber µε θέα τον Πύργο του Άιφελ το ξηµέρωµα των 25ων γενεθλίων µου, να περπατάµε χέρι χέρι στους κήπους του Μουσείου Rodin, να ετοιµάζοµαι για «µη αλκοολούχα» ποτά στο George V όταν ήµουν έγκυος, να µοιραζόµαστε πατάτες στο La Société, να θαυµάζουµε την οροφή στο Hotel de Crillon, να µπαίνουµε στο Musée d’Orsay την ώρα που έκλεινε για να δείξουµε στα παιδιά το τεράστιο ρολόι και κάνα δυο σπουδαία έργα τέχνης, να τρέχουµε µαζί τους πιασµένοι χέρι χέρι στους κήπους του Tuileries πηγαίνοντας στο café LouLou, να τρώµε κρέπες στην Crêperie Beaubourg, καθώς τα παιδιά έτρεχαν γύρω από το σιντριβάνι έξω απ’ το Pompidou, κυνηγώντας περιστέρια.

 


Η Sarah φοράει μπλούζα από βαμβακερό κρεπ με λεπτομέρειες από κρύσταλλα στον ώμο Imperial chrysanthemum και σατέν παντελόνι, Stephane Rolland Couture. Δερματινες γοβες, Gianvito Rossi, Kalogirou Boutique.
©Photographer: Stefanie Renoma, Fashion Stylist: Nicholas Mellamphy

Σταµάτησα κάποια στιγµή να ονειροπολώ, αλλά η καρδιά µου ήταν ζεστή και γεµάτη, καθώς έφτασε η ώρα να ετοιµαστώ για τις επιδείξεις της ηµέρας. Επέλεξα για το σόου του Stephane Rolland µια µαύρη φόρµα µε κάπα και ένα τεράστιο χρυσό χρυσάνθεµο στον ώµο. Πού να φανταστώ ότι, περπατώντας στο Trocadero µπροστά από τον Πύργο του Άιφελ, θα ένιωθα λες και βγήκα απ’ το Matrix. Η εκπληκτική επίδειξη του Rolland µού έµαθε πως είναι εξπέρ στο να συνδυάζει την υπερβολή µε την απλότητα. Τα µοντέλα γλιστρούσαν στην πασαρέλα υπό τους ήχους µελωδιών σε αρµονία µε τους κυµατισµούς των υφασµάτων, µε τα φορέµατα να είναι αντάξια µιας βασίλισσας, ενός Bond girl ή της Rihanna – το απόλαυσα τροµερά.

Είχα πέντε λεπτά για να αλλάξω και να βάλω το αγαπηµένο µου έως σήµερα κοστούµι: ένα ασπρόµαυρο καρό Alexandre Vauthier µε ανοιχτό γιακά και µια µπλούζα ελισαβετιανής περιόδου. Στο Grand Palais µας περίµενε κάτι πολύ διαφορετικό. Η µουσική αντηχούσε καθώς τα µοντέλα περιφέρονταν µε τουαλέτες από οργάντζα και στρατιωτικά τζάκετ µε σαλβάρια, ενώ δεν έλειπαν τα εντυπωσιακά καπέλα του Philip Treacy. Με τέτοια πληθώρα από looks, ο Vauthier τιµά τις πολλές πλευρές της γυναίκας του σήµερα, που δεν µπορεί να περιοριστεί σε µια απλή γραµµή ή σε ένα ζευγάρι ψηλές µπότες µε πούλιες.

 


To Grand Palais.
©Mirco Magliocca pour la Réunion des musées nationaux – Grand Palais

Την επόµενη µέρα, στο αυτοκίνητο, καθ’ οδόν για την επίδειξη του Valentino, κρατούσα σφιχτά την τυλιγµένη µε ύφασµα πρόσκλησή µου και ένιωθα δέος σκεπτόµενη ότι πηγαίναµε να δούµε όχι µόνο τη λαµπρή κληρονοµιά του οίκου, αλλά και τους απίστευτους τρόπους µε τους οποίους τον επαναπροσδιορίζει ο Pierpaolo Piccioli. Μπήκα στο εντυπωσιακό Hotel Salomon de Rothchild και αµέσως µε συνεπήραν η γλυπτή µαρµάρινη σκάλα, τα ταβάνια µε ζωγραφισµένους αγγέλους, οι αστραφτεροί πολυέλαιοι… Όταν χαµήλωσαν τα φώτα, µια αιθέρια ενέργεια κατέκλυσε τον χώρο και πολύ σύντοµα αντιλήφθηκα πως ήµουν µέρος µιας ανεπανάληπτης στιγµής. Ξεκίνησα αµέσως την καταγραφή µε το κινητό µου τηλέφωνο, ώστε να το δείξω στις κόρες µου. Ένιωθα λες και βρισκόµουν σε µια κατάσταση ονειρική, όπου ο χώρος και ο χρόνος έδειχναν να µην υπάρχουν. Τα κοµµάτια µού θύµιζαν το Βατικανό, το Μεγάλο Τζαµί του Σεΐχη Ζάιντ, το εθνικό πάρκο Massai Mara της Κένυα, το Κιότο, την Αναγέννηση, τη δεκαετία του 1930, το µακρινό µέλλον. Η οµάδα του Piccioli έκανε µε τα υφάσµατα ό,τι κάνουν οι µηχανικοί για τους µεγάλους αρχιτέκτονες. Ήταν εντυπωσιακό και ανέλπιστα συγκινητικό. Διάβασα αργότερα ότι ο Piccioli είπε πως «τα όνειρα είναι φτιαγµένα από υψηλή ραπτική», και καθώς τα όνειρα είναι ο τρόπος µε τον οποίο επεξεργάζεται το υποσυνείδητό µας τα συναισθήµατα, δεν µου κάνει εντύπωση το ότι όλοι αυτοί µε τους οποίους µίλησα µετά την επίδειξη ήταν εµφανώς συγκινηµένοι.

Μετά από ένα ποτήρι σαµπάνια µε την οµάδα στα παρασκήνια, ο χρόνος που είχα, σαν άλλη Σταχτοπούτα, τελείωνε. Έπρεπε να επιστρέψω στο ξενοδοχείο, να τακτοποιήσω τα υπέροχα δώρα που έλαβα, να µαζέψω τα σοκολατάκια Michel Cluizel που πήρα για τον σύζυγο και τα κορίτσια µου και να κάνω check in για την πρωινή µου πτήση. Μπήκα σε πειρασµό να µείνω µία µέρα ακόµη… Ίσως να πεταγόµουν στην αγαπηµένη µου Église Saint-Merri ή να περνούσα από τα αγαπηµένα µου µαγαζιά Christian Liagre, Lanvin, Delvaux και Simone Pérèle. Αλλά η ανάγκη µου να γυρίσω σπίτι ήταν µεγαλύτερη. Είχα ιστορίες να µοιραστώ, καθώς και σχέδια για το επόµενο οικογενειακό µας ταξίδι.

Ίσως ήταν ο φόρος τιµής του Pierpaolo στα όνειρα και στα συναισθήµατα ή ίσως ευθυνόταν η µαγεία του Παρισιού, αλλά συνειδητοποίησα ότι δεν ταξίδεψα χωρίς την οικογένειά µου. Τους κουβαλούσα µαζί µου. Νόµιζα πως έφυγα για να γιορτάσω ένα ορόσηµο στην καριέρα µου και να συνεχίσω τη διά βίου µάθηση σχετικά µε τη µόδα, τον πολιτισµό και την ιστορία. Τελικά, επρόκειτο για µια µακροχρόνια εκπαίδευση αναφορικά µε το πώς να βλέπεις, πώς να νιώθεις και πώς να τιµάς το παρελθόν, ενώ παράλληλα έρχεσαι σε βαθύτερη επαφή µε το παρόν. Ήταν ένα µάθηµα ζωής.

Απόδοση: Νίνα Ζβε

Δημοσιεύθηκε στη Vogue Greece Απριλίου 2020.

Photographer: Stefanie Renoma
Fashion Stylist: Nicholas Mellamphy
Make up: Aurelie Payen
Hair: Chad Maxwell

Photographer’s assistant: Raphael Say
Shot on location at Hotel De Pourtales
Producer/Contributor: Charlton Blackburne

Scroll to Top