5-vogue-editors-περιγράφουν-την-σχέση-με-το-σώμα-το-219494
©Unsplash

H Έλις Κις δεν ήταν πάντα καλή με το σώμα της. Εκείνο, όμως, συναισθανόταν γιατί. Και δεν της κρατούσε κακία. Αντίθετα, όταν του φερόταν καλά, την αντάμειβε.

Με το σώμα μου βρισκόμαστε σε διάσταση και πρέπει να τα ξαναβρούμε. Κι επειδή αποκλείεται να συναντηθούμε σε κάποιο δικαστήριο, η συναίνεση είναι μονόδρομος. Άλλωστε, και οι δύο πλευρές επιθυμούμε τα ίδια – υγεία και ευεξία. Τα καλά νέα είναι ότι πολύ κοντά στο σπίτι βρίσκεται ένα αρκετά userfriendly γυμναστήριο, όπου δεν κυριαρχεί η επιδίωξη νέων παγκόσμιων ρεκόρ στα βάρη. Έχω ήδη περάσει για ενημέρωση δύο φορές και το επόμενο βήμα είναι ένα δοκιμαστικό.

Την τελευταία φορά που ζήσαμε ευτυχισμένοι με το σώμα μου ήταν πριν από μερικά χρόνια, εποχή που έκανα σωστή γυμναστική τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα και οι ενδορφίνες είχαν γίνει οι νέες besties μου. Το έλεγα, θυμάμαι, σε φίλους και δεν το πίστευαν. Όχι σε σχέση με το επιστημονικό σκέλος της υπόθεσης, αλλά γιατί δεν ήμουν ποτέ η πρώτη που θα ερχόταν στο μυαλό τους για συμβουλές περί σωματικού wellbeing. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου και το σώμα του ωκεανός.

Δεν ήμουν ποτέ «the body», δεν είχα τέτοια φιλοδοξία – τον τίτλο είχε καπαρώσει άλλωστε η Elle Macpherson. Αντιθέτως, δεν ήθελα το σώμα μου να πολυφαίνεται, τα οποιαδήποτε φυσικά προσόντα έπρεπε πάντα να ακολουθούν τα πνευματικά. Μη φανταστείτε κάποιο διδακτορικό φιλοσοφίας ή μαθηματικών, απλώς λίγο χιούμορ και μια προσωπικότητα η οποία θα έβγαινε λίγο πιο μπροστά από το ντεκολτέ. Το δικό μου παιχνίδι γοητείας έστεκε πάντα στον αντίποδα των tips των γυναικείων περιοδικών. Το ίδιο και το ντύσιμό μου, που το ήθελα πάντα πιο προσωπικό και διαφορετικό. Μια φορά αγόρασα δύο signature φορέματα Hervé Léger σε εξωφρενικά χαμηλές τιμές. Η αγορά είχε πιο πολύ να κάνει με το ενδυματολογικό μου αρχείο και λιγότερο επειδή πίστεψα ότι θα τα φορούσα.

Μεγαλώνοντας, ήμουν αυτό που θα λέγαμε «φυσιολογικό» παιδί. Έκανα μπαλέτο, η χαρά μου ήταν το τένις -αν και το παράπονο του coach μου ήταν ότι άφηνα το μπαλάκι να πέφτει στο τερέν πάνω από μία φορά- και ο εφιάλτης μου το cross country, τρέξιμο λίγων χιλιομέτρων -που μου φαίνονταν ο αληθινός Μαραθώνιος- γύρω από το σχολείο. Μια πρώτη «καταστροφική» για το σώμα μου περίοδος ήταν ένας μήνας καλοκαιρινού σχολείου στην Αγγλία. Η υπερ-κατανάλωση σνακ από τα vending machines και η απουσία οποιασδήποτε μνήμης πραγματικού φαγητού είχαν ως αποτέλεσμα επιπλέον κιλά στο ταξίδι της επιστροφής. Χρόνια μετά, συμμετείχα σε μια συνεδρία ενός γκρουπ δίαιτας. Θυμάμαι ένα τρεμάμενο ζελέ λεμόνι και το δυνατό, ενθαρρυντικό χειροκρότημα κάθε φορά που κάποιος ανακοίνωνε τα συν ή πλην αποτελέσματα της εβδομάδας. Δεν ξαναπήγα.

Αργότερα έζησα -για λίγο- στην Ιταλία και -πολύ περισσότερο- στη Γαλλία, όπου οι συνεχείς διατροφικοί πειρασμοί αποτελούσαν μια πλούσια σε θερμίδες πολιτισμική καθημερινότητα. Επίσης, πρέπει να ήμουν μία από τους πρώτους που αποδέχτηκαν τα cookies στον υπολογιστή, γιατί οι πιθανότητες να πω όχι σε ένα cookie παραμένουν απειροελάχιστες.

Πριν από λίγα χρόνια έκανα επέμβαση αφαίρεσης στήθους. Δεν θα έλεγα ότι άλλαξα ενδυματολογικό στιλ, όμως ο πόνος στον αυχένα εξαφανίστηκε κι εγώ πήρα τα πάνω μου ψυχολογικά. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς ακριβώς με βλέπουν οι άλλοι και σε γενικές γραμμές δεν τα πάω και πολύ καλά με τα κομπλιμέντα εμφάνισης.

Η αγαπημένη περίοδος συμβίωσης με το σώμα μου ήταν ένα διάστημα 9 μηνών. Η εγκυμοσύνη αποδείχτηκε μια healthy εποχή: είχα αδυνατίσει και, για όσους δεν με ήξεραν καλά, δεν θα ήταν δύσκολο να πιστέψουν ότι ήμουν υπέρμαχος της υγιεινής διατροφής. Ήμουν σε μεγάλη φυσική και πνευματική φόρμα.

Σήμερα έχω ενοχές απέναντι στο σώμα μου. Δεν ήμουν πάντα καλή μαζί του, ενώ εκείνο, όποτε του δόθηκε η ευκαιρία, αποδείχθηκε άριστος σύντροφος. Εποχή για συναίνεση λοιπόν. Φεύγει αυτό το κείμενο και ακολουθώ κι εγώ για εκείνο το δοκιμαστικό που λέγαμε.

Το σώμα έχει μνήμη

Η Λίνα Γιάνναρου θυμάται τις μάχες της με τα κιλά.

Θυμάμαι ακριβώς την ημέρα που άρχισε. Ο παιδίατρος με ακροαζόταν. Σκύβοντας ελαφρά μπροστά, η κοιλιά μου χωρίστηκε στα τρία. «Έχεις παχύνει λίγο, ε;». Σταύρωσα τα χέρια μπροστά, να με κρύψω. Έκτοτε, αυτή η κίνηση αυτοματοποιήθηκε, όπως όταν μπαίνεις στο αυτοκίνητο και φοράς τη ζώνη σου.

Θυμάμαι το πρώτο ρούχο που μίσησα. Ήταν μια κόκκινη πετσετέ βερμούδα, που έδειχνε χοντρά τα μπούτια μου. Η μαμά μου επέμενε να τη φοράω.

Θυμάμαι πότε άρχισα να με προτιμώ θολή. Κυριακή μεσημέρι, αρχές της δεκαετίας του ’80, στο σπίτι οικογενειακών μας φίλων στη Νέα Σμύρνη. Με ένα κομμάτι πίτσα με πράσινη πιπεριά στο χέρι, χάζευα το είδωλό μου στην τζαμαρία. Μου άρεσε να κοιτάζομαι σε αυτό το τζάμι, γιατί με έδειχνε ψηλόλιγνη. Άρχισα να προτιμώ τα αφαιρετικά πορτρέτα μου. Ακόμα επιβιώνουν online κάποιες profile pics. Ποιος ξέρει, ίσως μόνη μου να προκάλεσα την υπερμετρωπία μου.

Θυμάμαι από πότε έχω να νιώσω άνετα με μαγιό. Το σχολείο μας είχε πισίνα. Στις τελευταίες τάξεις του Δημοτικού άρχισα να σκαρφίζομαι ένα σωρό δικαιολογίες για να χάσω το μάθημα και να μη βγω με το μαγιό μπροστά στους συμμαθητές μου. Χιλιάδες πισίνες, παραλίες, θάλασσες μετά, η μισή ντροπή παρέμεινε δική μου και η άλλη μισή επίσης. Θυμάμαι πότε άρχισα να καμπουριάζω. Πρώτες τάξεις του Γυμνασίου. Φορούσα κάτι φαρδιά Τ-shirts από το Army Navy, μπας και καλύψουν το στήθος μου – νέο πρόβλημα.

Για να βοηθήσω την κατάσταση, άρχισα να γέρνω λίγο μπροστά τους ώμους. Έπρεπε να το φανταστώ ότι δεν θα πήγαινε καλά αυτό. Θυμάμαι πότε φόρεσα για τελευταία φορά στενό τζιν σορτσάκι. Στα 19 μου, σε μια εκδρομή στη νότια Εύβοια. Από τότε, κάθε Σεπτέμβριο βάζω στόχο το επόμενο καλοκαίρι να καταφέρω να ξαναφορέσω τζιν σορτσάκι. Όσο ζω, ελπίζω.

Θυμάμαι όλες τις φορές που κάποιος σχολίασε το βάρος μου. Στα 22 μου ένας φίλος μού είπε: «Πήρες κιλάκια το καλοκαίρι, ε;». Φορούσα κολάν και πουκάμισο. Δεν ξαναφόρεσα κολάν εκείνη τη χρονιά. Στα 30 μου, μια συνάδελφος μου είπε στο διάλειμμα για τσιγάρο: «Λίνα, νομίζω ότι ήρθε η ώρα να αδυνατίσεις». Θυμάμαι ότι έφαγα μεγάλη ήττα, γιατί εκείνη τη συγκεκριμένη μέρα ένιωθα κάπως ωραία, με το τζιν και το κόκκινο πουλόβερ μου. Τα μίσησα κι αυτά για πάντα. «Λίνα, πρέπει να χάσεις λίγα κιλά», μου είπε άλλος συνάδελφος, φεύγοντας μια Παρασκευή απόγευμα από το γραφείο. Έτσι, στο ξεκούδουνο. Έγνεψα καταφατικά, σαν να ήταν κάποιου είδους εντολή. Φορούσα ένα κίτρινο φαρδύ πουκάμισο και τζιν που με έκοβε στην κοιλιά. Η δίαιτα που άρχισα φαίνεται ότι έπιασε, γιατί λίγους μήνες μετά θα μου έλεγε κάποιος στο ασανσέρ της δουλειάς: «Κούκλα είσαι, μην τυχόν και ξαναπαχύνεις». Στο μυαλό του ήταν το πιο ωραίο κομπλιμέντο που μπορούσε να μου κάνει. Δεν ήταν.

Δεν θυμάμαι πόσες φορές έχω πάρει και έχω χάσει κιλά. Θυμάμαι όμως τα low points μου. Όπως τότε που δεν ήθελα να ψωνίζω ρούχα, για να μην κοιτάζομαι στον καθρέφτη του δοκιμαστηρίου. Ακόμα και σήμερα, όταν κοιτάζομαι και μου αρέσω, πιστεύω ότι ο αντικατοπτρισμός είναι λάθος, ότι ο καθρέφτης είναι από αυτούς που λεπταίνουν. Να γιατί νιώθω ασφάλεια με την υπερμετρωπία μου.

Δεν θυμάμαι πότε δεν βρισκόμουν σε δίαιτα. Δεν θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που πήρα μια σοκολάτα από το περίπτερο ή μια τυρόπιτα από τον φούρνο. Αντίθετα, αν τις σαλάτες που έχω φάει για βραδινό τις είχα ταξιδέψει, θα ’χα γυρίσει όλη τη Γη.

Θυμάμαι, αλήθεια θυμάμαι, να κάνω προσπάθειες να αγαπήσω το σώμα μου. Πάντα τις υπονόμευε το γεγονός ότι, όταν έχανα κιλά, έπαιρνα διθυραμβικούς επαίνους. Φίλοι και συγγενείς μού είπαν «μπράβο» που δεν πάχυνα πολύ στην εγκυμοσύνη ή, αργότερα, που «τα ’χασα γρήγορα». Δεν αρκεί να αγαπήσεις το σώμα σου εσύ. Πρέπει και οι άλλοι να το αγαπήσουν, ε, και γίνεται κάπως πιο απαιτητικό το εγχείρημα.

Το σώμα έχει μνήμη. Θυμάται κάθε μικρή πληγή, ό,τι έχει περάσει, κάθε βλέμμα που έχει σκαλώσει πάνω του αποδοκιμαστικά. Καμιά φορά νιώθω ότι αυτό είναι η κυτταρίτιδα.

Λεπτή ισορροπία

Η Γεωργία Φέκου για πολλά χρόνια ήταν σε «πόλεμο» με το σώμα της. Μέχρι που συνειδητοποίησε ότι νιώθεις καλά με τον εαυτό σου όταν δεν σε ορίζει η εικόνα σου.

Γράφοντας αυτές τις γραμμές, αναρωτιέμαι αν θα ήταν υπερβολή να αναφέρω πως, σε έναν φανταστικό κόσμο όπου κάποιο τζίνι θα πραγματοποιούσε όλες μας τις επιθυμίες, εγώ θα ευχόμουν να ήμουν αδύνατη. Ναι! Απ’ όλα τα πράγματα που θα μπορούσε κανείς να ζητήσει από το σύμπαν, εγώ θα ζητούσα, απλώς, να είμαι αδύνατη.

Από μικρή θυμάμαι να μη μου αρέσει το σώμα μου. Όταν στο σχολείο την ώρα της γυμναστικής είχαμε κολυμβητήριο, η πρόκληση ήταν να σκεφτώ την πιο ευφάνταστη δικαιολογία για να το αποφύγω. Δεν ήθελα να μπω σε αυτή την πισίνα και σε καμία άλλη στην οποία θα υπήρχε έστω και ένα άτομο εκτός από εμένα. Το να εκθέσω το σώμα μου μπροστά σε μια ολόκληρη τάξη με έκανε να νιώθω απερίγραπτη ντροπή. Ήθελα να εξαφανιστώ. Κοινώς, αν επιθυμούσα να κολυμπάω, έπρεπε να έχω δική μου πισίνα, πράγμα που μέχρι σήμερα μπορώ να πω πως δεν το έχω καταφέρει.

Όσο καιρό περίμενα να σταματήσει το υποχρεωτικό κολυμβητήριο, απρόσμενα, εξαιτίας μιας ερωτικής απογοήτευσης -κάποιοι λένε πως είναι η πιο σίγουρη δίαιτα- έχασα πολλά κιλά και το σώμα μου άλλαξε εμφανώς. Όχι προς το καλό, όπως θυμάμαι να μου επισημαίνουν οι γύρω μου, αλλά δεν με ένοιαζε, αφού, επιτέλους, δεχόμουν το πιο πολυπόθητο κομπλιμέντο της ζωής μου: «Έχεις αδυνατίσει υπερβολικά». Όχι από τη μία μέρα στην άλλη, αλλά σε μικρό χρονικό διάστημα έγινα άλλος άνθρωπος. Απέκτησα αυτοπεποίθηση και, επιτέλους, σταμάτησα να τρώω γλυκά έχοντας τύψεις. Όσο διατηρούμουν «αδύνατη», όλα πήγαιναν καλά. Χάλια πήγαιναν, δηλαδή, αλλά εγώ πίστευα πως, έχοντας λύσει το μεγαλύτερο πρόβλημα της ζωής μου, μπορούσα πια να αντιμετωπίσω τα πάντα.

Κάπου εκεί, μπαίνοντας στο πανεπιστήμιο, συνειδητοποίησα πως τίποτα δεν είχα λύσει, και μάλιστα, αν ήθελα να συνεχίσω να απολαμβάνω τη ζωή, έπρεπε να ισορροπήσω στη λεπτή γραμμή του «νιώθω καλά με την εικόνα μου» και του «ορίζομαι από αυτήν». Άρχισα να αναρωτιέμαι γιατί κατηγοριοποιούμε τους ανθρώπους με κριτήρια βάρους, καταγωγής ή σεξουαλικότητας και να σκέφτομαι αν εγώ ήθελα να ανήκω σε αυτούς που το κάνουν. Δεν ήθελα. Και αυτό ήταν το κίνητρο για την αλλαγή.

Ξεκίνησα να διαβάζω, να παρατηρώ και να ακούω με προσοχή όλα τα σχόλια που είχαν να κάνουν με ξένα σώματα, τα οποία, εκτός από προσβλητικά, έβρισκα και περιττά. Πρώτα τα απέβαλα από μέσα μου -γιατί ο φόβος πως κάποιος θα σε κρίνει για το σώμα σου πηγάζει από το ότι ίσως το ίδιο να κάνεις κι εσύ για εκείνον- και στη συνέχεια έπαιρνα θέση ενάντια σε όποιον τα εξέφραζε δημόσια.

Η ξεκάθαρη και ανοιχτή στάση απέναντι στη «χοντροφοβία» και σε όποια άλλη διάκριση με βάση το σώμα ήταν αυτή που μου έδωσε τη δύναμη να με αποδεχτώ. Μέχρι τότε, οι λόγοι που το «αδύνατη» ήταν προτιμότερο στο μυαλό μου παρέμεναν θολοί. Αυτό μας είχαν μάθει πως είναι το ωραίο, αυτό κυνηγούσαμε. Με τον καιρό συνειδητοποίησα πως τα λιγότερα κιλά δεν μπορούσαν να «αγοράσουν» τίποτε απ’ όσα ονειρευόμουν, παρά μια προσωρινή αυταρέσκεια που θα κρατούσε ακριβώς όσο και ένα επιτυχημένο πάρτι. Μερικές ευχάριστες ώρες και μετά πίσω, στην πραγματική ζωή, εκεί που σημασία έχουν οι σχέσεις που πλάθεις, το έργο που παράγεις και ο τρόπος που φροντίζεις τον εαυτό σου.

Προφανώς, μέχρι σήμερα, παλεύω με αυτή την ισορροπία. Το θέμα δεν είναι να απομυθοποιήσουμε πλήρως τη δύναμη της εικόνας ούτε να δημιουργήσουμε ένα ουτοπικό, πνευματικό σύμπαν όπου μόνο η καλλιέργεια μετράει. Το θέμα είναι να μπορούμε να υπάρχουμε αρμονικά μέσα σε όλες τις φάσεις που περνάει η σιλουέτα μας, χωρίς παράλληλα να αφηνόμαστε, οδηγούμενοι σε αμήχανες καταστάσεις.

Γιατί, ναι, το να μη νιώθεις άνετα μέσα στο σώμα που έχεις είναι πραγματικά άβολο και μπορεί να επιφέρει καταστροφικές συνέπειες. Δεν χρειαζόμαστε πολλά για να μη φτάσουμε εκεί, αρκούν μια βαθιά ανάσα, καλοί φίλοι και μια πραγματική ανάγκη να μας προσέξουμε. Να μας δώσουμε λίγο χρόνο παραπάνω για να καταλάβουμε πως δεν θέλουμε να είμαστε αδύνατες, αλλά αποδεκτές.

Αγαπώντας το σώμα μου

Η διαδρομή της Ελίνας Δημητριάδη από την άρνηση έως την αποδοχή του σώματός της.

«Θέλω μια καρμπονάρα και τον μπαμπά μου». Μόλις άκουσα αυτή την ατάκα στην τηλεόραση, σκέφτηκα πως θα ήθελα πολύ να γράψω για τη σχέση που έχουν με το φαγητό οι πρωταγωνιστές του Succession, της μοναδικής σειράς που αποτυπώνει με χειρουργικά ακριβή –και κορυφώνεται σε επίπονο– τρόπο τις σχέσεις μιας δυσλειτουργικής οικογένειας, με αχαλίνωτη πρόσβαση σε χρήματα και εξουσία και μηδαμινή στη φροντίδα και τη συναισθηματική ασφάλεια. Ίσως, ενστικτωδώς, ήθελα να εξερευνήσω για ακόμη μία φορά τον τρόπο που μπορεί να επηρεάσει το οικογενειακό περιβάλλον τη σχέση που αναπτύσσουμε με το σώμα μας και το φαγητό, ειδικά όταν αυτό μετατρέπεται σε μέσο για να γεμίσουμε οποιαδήποτε κενά μεγαλώνοντας.

Θυμάμαι να είμαι 12 χρονών και να ετοιμάζομαι για τις καλοκαιρινές μου διακοπές, να φοράω ένα εφαρμοστό ποδηλατικό κολάν, να πηδάω στον αέρα από χαρά και το συναίσθημα στην προσγείωση να είναι πως «νιώθω πιο ελαφριά» – όχι επειδή μου είχε φύγει το άγχος για το σχολείο και το διάβασμα για εκείνη τη χρονιά, αλλά επειδή είχα χάσει τα κιλά που οι υπόλοιποι γύρω μου με έκαναν να αντιλαμβάνομαι ως περιττό βάρος στο σώμα μου.

Θυμάμαι να κρύβω φαγητό στα συρτάρια του γραφείου μου ή να σηκώνομαι αργά το βράδυ, όταν όλοι είχαν κοιμηθεί, για να φάω κρυφά από το ψυγείο. Θυμάμαι όλους τους διαιτολόγους που επισκέφθηκα από τα 17 έως τα 35 μου. Θυμάμαι τον θερμιδομετρητή να είναι η νέα Βίβλος και όλες τις χημικές δίαιτες που ακολουθούσαν οι γυναίκες στα ’90s, παρακολουθώντας τη μητέρα μου να τις εφαρμόζει για να παραμείνει επιθυμητή ή αποδεκτή στα μάτια των άλλων.

Θυμάμαι, σε μία από τις πρώτες συνεδρίες, την ψυχολόγο μου να μου δίνει μια άσκηση όπου έπρεπε να συμπληρώσω πόσες φορές έφαγα μέσα στην εβδομάδα, ανάλογα με το τι ένιωθα: στενοχώρια, ανία, μοναξιά, νευρικότητα, χαρά, ενοχή, ενθουσιασμό… Θυμάμαι να πηγαίνω για γυμναστική με μοναδικό σκοπό να κάψω όσα έφαγα το προηγούμενο βράδυ. Θυμάμαι όλες τις κρίσεις υπερφαγίας που με έκαναν να υποφέρω και μια φίλη μου τις προάλλες να μου λέει πως ανακάλυψε μόνο πολύ πρόσφατα το όνομα αυτής της διαταραχής από την οποία έπασχε κι εκείνη ως έφηβη.

Θυμάμαι να κάνω μετά από χρόνια την κρίσιμη συζήτηση με τη μητέρα μου κι εκείνη να μου ζητάει συγγνώμη για το πώς με ωθούσαν να αντιμετωπίζω το σώμα μου, λέγοντάς μου: «Αυτό μου έμαθαν κι εμένα, μόνο αυτόν τον τρόπο ήξερα, δυστυχώς, και νόμιζα πως έκανα το σωστό για να μη νιώσεις κι εσύ ποτέ άσχημα όπως εγώ».

Και για πρώτη φορά είδα απέναντί μου όχι τη μητέρα που θέλω να τιμωρήσω, αλλά ακόμα μία γυναίκα που ταλαιπωρήθηκε από όσα επιβάλλει η κοινωνία στα σώματα των γυναικών, και ήθελα να την αγκαλιάσω. Θυμάμαι την πρώτη φορά που απόλαυσα χωρίς δεύτερη σκέψη τις γεύσεις που είχα μπροστά μου – ήταν, επιτέλους, υλικά συνδυασμένα από κάποιον με φροντίδα και στόχο να διεγείρουν τους κάλυκες του ουρανίσκου μου, όχι μασημένη τροφή για ένα ξένο σώμα, η οποία θα χρησίμευε για να μπαλώσει πρόχειρα σαν άμορφη μάζα τις τρύπες μέσα του. Εκείνη τη μέρα έδωσα την υπόσχεση στον εαυτό μου να φροντίζω αυτό το σώμα, να μην το αντιμετωπίζω ως ένα σαρκίο που κουβαλάω, αλλά ως έναν ζωντανό οργανισμό που εξελίσσεται, απολαμβάνει και έχει ο ίδιος, συνειδητά, τον έλεγχο για τη μορφή που θα παίρνει.

Δούναι και λαβείν

Η Κέλλυ Σταυροπούλου συμμάχησε με το σώμα της όταν αποφάσισε να του κάνει τα χατίρια. Γιατί αυτό ξέρει!

Γνώρισα το σώμα μου σε φάση προεφηβείας, σε έναν μπρούντζινο καθρέφτη που είχα στο δωμάτιό μου. Μέχρι τότε δεν το κοιτούσα, μου ήταν αδιάφορο. Ήξερα απλώς ότι ήμουν αδύνατη, γεγονός που δεν συνέδεα καν με την κατανάλωση φαγητού, αφού πάντα έτρωγα πολύ. Το σώμα μου υπήρχε by default, ήταν στις εργοστασιακές ρυθμίσεις μου. Γι’ αυτό και θυμάμαι τόσο έντονα την πρώτη, λίγο απότομη συνειδητοποίηση ότι έχω μια σχέση μαζί του με τρόπο που το ορίζω.

Η συνειδητοποίηση ήρθε ένα μεσημέρι που γέμισα δεύτερη φορά το μπολ μου με coco pops και κάθισα ικανοποιημένη στον καναπέ να δω μια ταινία, παρέα με τον αδερφό μου. Εκείνος τότε με κοίταξε και μου είπε σαν να έλεγε το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο: «Κέλλυ, αν συνεχίσεις να τρως έτσι, θα γίνεις τόφαλος». «Γιατί;» τον ρώτησα. «Άκυρη ερώτηση», μου απάντησε με το θράσος της δικής του εφηβείας και πάτησε play. Δεν θέλησα να δείξω την ενόχλησή μου, οπότε έφαγα με το ζόρι πλέον τα coco pops και περίμενα στωικά να τελειώσει η ταινία για να πάω στο δωμάτιό μου, να κλειδωθώ και να κοιταχτώ. Κοίταξα κάθε σπιθαμή μου, με ρούχα, χωρίς ρούχα, μπρος, πίσω, πλάι, με κάτω τα μαλλιά, με πάνω τα μαλλιά, ρουφώντας την κοιλιά, φουσκώνοντας την κοιλιά, σφίγγοντας τους γλουτούς, κάνοντας λόρδωση. Καλησπέρα σας, είμαι το σώμα σας.

Έκτοτε ντρεπόμουν λίγο. Όσο περνούσαν τα χρόνια, σταμάτησα να ντρέπομαι και άρχισα να βλέπω το σώμα μου σαν όπλο. Αντιλαμβανόμουν πότε με κοιτούσαν με θαυμασμό ή επιθυμία οι άνδρες και αισθανόμουν ωραία. Πρόβλημα ήταν κι αυτό, γιατί το οικοδόμημα ήταν ετοιμόρροπο. Επειδή στην ενηλικίωσή μου, που ήμουν πιο αδύνατη και πιο γυμνασμένη από τις φίλες μου, ήταν αρκετό μόνο ένα στιγμιότυπο για να γκρεμιστεί η «κυριαρχία» μου.

Πάλι μπροστά από την τηλεόραση, αυτή τη φορά με το αγόρι μου. Χαζεύαμε και έπαιξε μια διαφήμιση σερβιέτας. Τη θυμάμαι ακόμη: ένα μοντέλο τούρλωνε τον ποπό του για να μας δείξει πόσο προστατευτικά ήταν αυτά τα «φτερά». Στη συγκεκριμένη σκηνή ο φίλος μου έβγαλε ένα επιφώνημα. Θαυμασμού; Λαχτάρας; Κάτι τέτοιο. Ζήλεψα. Και πάλι δεν είπα τίποτα, αλλά θεώρησα αυτόματα ότι το δικό μου σώμα ήταν φριχτό.

Σήμερα η σχέση μου με το σώμα μου είναι καλή. Τι σημαίνει «καλή»; Ας πούμε ότι είναι μια σχέση που έχει σεβασμό, αγάπη, αποδοχή, αμοιβαίες υποχωρήσεις, λίγη τρέλα… Είναι μια σχέση που δεν ορίζεται από τις αντιδράσεις των άλλων ούτε επηρεάζεται από σχόλια, θετικά ή αρνητικά. Είναι μια σχέση καλή, όχι γιατί με κοιτάζω στον καθρέφτη και βλέπω συμμετρία ή γυμνασμένους μυς, αλλά γιατί διακρίνω έναν σύμμαχο. Τη στιγμή που συνειδητοποίησα πόση απόλαυση μπορεί να μου προσφέρει το σώμα μου και πόσο πρόθυμο είναι να συμμετέχει σε όλα, σταμάτησε να απειλείται η σχέση μας. Εκείνο βάζει τα δυνατά του στις περιπέτειες που το παρασύρω, κι εγώ φροντίζω να το επιβραβεύσω.

Του δίνω απενοχοποιημένα ζάχαρη όταν το ζητάει, δεν το εκδικούμαι με περιττές ποσότητες φαγητού που δεν χρειάζεται, το αφήνω με τις ώρες στον καναπέ όταν φωνάζει ότι δεν αντέχει άλλο, δεν σταματάω για κανέναν λόγο το μπαλέτο, που του δίνει τη δυνατότητα να τεντωθεί και να εκφραστεί. Πρόσφατα, του έκανα δώρο και μια καρέκλα γραφείου που «κλοτσάει» αισθητικά στην τραπεζαρία του σπιτιού μου. Ήμασταν καιρό τώρα σε διαπραγματεύσεις, αλλά έκανα την υποχώρηση, γιατί η πλάτη μου παραπονιόταν επίμονα με την εργασία από το σπίτι.

Δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα δικά μας… Δίκιο είχε. Γενικά, τείνω να πιστεύω ότι το σώμα μου είναι πιο σοφό από εμένα. Τις λίγες φορές που αφήνω εκείνο να πάρει αποφάσεις και το ακολουθώ με εμπιστοσύνη, διαπιστώνω ότι σπάνια πέφτει έξω. Το μυαλό μου, από την άλλη, πέφτει πολύ συχνά.