λίγη-τρυφερότητα-218878

Τελευταία βαριέμαι τους ανθρώπους. Το καταλαβαίνω, γιατί διαβάζω πολύ. Όταν το ρίχνω στα βιβλία, καταλαβαίνω ότι έχω βαρεθεί τους ανθρώπους. Δεν μου αρέσει αυτό. Δεν μου αρέσει να βρίσκω τα βιβλία πιο ενδιαφέροντα από τους ανθρώπους. Το θεωρώ σημάδι αναχωρητισμού ή ελιτισμού, μάλλον αποχώρησης από τα της ζωής, δεν μου αρέσει.

Τελευταία όμως βρίσκω τους ανθρώπους δισδιάστατους. Κακογραμμένους. Τους ακούω να μου μιλούν και νιώθω σαν να βλέπω σειρά στο Netflix. Μιλούν με ατάκες που θα άκουγε κανείς σε sitcom. Μιλούν με νεύρο πρωταγωνίστριας των οχτώ σεζόν και πόζες ηθοποιού σε τρικάμερο. Η φωνή τους έχει ανέβει στην κορυφή του λαιμού τους, μιλούν και φωνάζουν. Ακόμα και όταν είναι χαρούμενοι, ακούγονται εκνευρισμένοι. Έχουν γίνει πολύ έξυπνοι, πολύ κυνικοί, πολύ «οριοθετημένοι». Αλλά με έναν τρόπο τηλεοπτικό. Νιώθω σαν έχουν γίνει, περισσότερο παρά ποτέ, ο ρόλος τους ή -ακόμα χειρότερα- το ινσταγκραμικό τους προφίλ.

Βλέπω καλά curated, αδιαπέραστα τείχη. Βλέπω χάρτινους πύργους που κινούνται στον χώρο και, μόλις εφάπτονται μεταξύ τους, τρέχουν μακριά. Κερκόπορτες, πορτοπαράθυρα, αυτιά και μάτια όλα κλειστά και τα κανόνια φορτωμένα μολύβι. Όταν συμμαχούν, δεν είναι για να χτίσουν κάτι μαζί, αλλά για να γκρεμίσουν άλλους πύργους. Πλήττω. Και θέλω να φωνάξω όπως η Δημητρούλα στους Απαράδεκτους: «Δεν υπάρχει δράση, δεν υπάρχει δημιουργία». Γιατί έτσι αρματωμένοι που είναι όλοι, ασύνδετοι ουσιαστικά με τους γύρω τους, σε μόνιμη άμυνα, δεν μπορεί να υπάρξει.

Δεν ήταν πάντα έτσι εκεί έξω. Όχι, δεν ήταν, το θυμάμαι καλά. Οι ανθρώπινες σχέσεις δεν ήταν ποτέ το μεγαλύτερο ταλέντο του είδους μας, και το πράγμα πήγαινε σαφώς κατά διαόλου τα τελευταία χρόνια, αλλά τώρα τελευταία νιώθω πως κοντεύουμε να το τερματίσουμε. Διάφοροι χαρωποί κοινωνιολόγοι μάς είχαν τάξει πως μετά την πανδημία θα χορεύαμε γυμνοί χέρι χέρι στους δρόμους και, τελικά, τι πήραμε;

©Unsplash

Πολλές μονάδες να χασμουριούνται δίπλα δίπλα, καθεμιά σκυμμένη πάνω από τη φωτεινή της παλάμη, πουλώντας εξυπνάδα, ομορφιά και επιτυχία σε ένα αόρατο κοινό που δεν είναι εκεί, δίπλα, παρόν. Το ίδιο που κάναμε δηλαδή και κλειδωμένοι στο σπίτι. Αυτό που δεν υπολόγισαν οι κοινωνιολόγοι είναι πόσο βαθιά μουδιασμένοι, σωματικά και ψυχικά, θα βγαίναμε όλοι μετά από την τόση αναγκαστική καθήλωση.

Προσωπικά, παλεύω ακόμη να μην είμαι μουδιασμένη όταν συναντώ κόσμο. Προσπαθώ να θυμηθώ πώς κρατάς μια συζήτηση για περισσότερη από μισή ώρα. Μετράω ποια είναι η σωστή απόσταση από τον συνομιλητή μου. Σκέφτομαι πολύ πριν απλώσω το χέρι μου να τον αγγίξω. Όχι τόσο από φόβο μετάδοσης όσο γιατί το χέρι μου έχει ξεμάθει την κίνηση και οι πλάτες των ανθρώπων έχουν ξεμάθει το άγγιγμα.

©Unsplash

Υπάρχουν πολλοί που, αν αφήσεις το χέρι σου πάνω τους λίγο περισσότερο από το κανονικό, σπάνε και γίνονται λυγμοί, φοβάσαι μη σου μείνουν στα χέρια. Είναι συνήθως οι ίδιοι που στέκονται με την πλάτη στον τοίχο και διατηρούν πλήρη εποπτεία του χώρου μην τυχόν και τους βρει κανένα χέρι ξώφαλτσα, μην τους αγγίξει και γίνει το κακό.

Είναι αυτοί που έχουν χτίσει τον ρόλο τους με μπετόν αρμέ και θα σπεύσουν να απορρίψουν τους γύρω τους πριν τους απορρίψουν εκείνοι. Είναι αυτοί που, μόλις συναντούν έναν άνθρωπο, θα ψάξουν να βρουν τι είναι αυτό που τους χωρίζει, τι τους καθιστά καλύτερους, δέκα λόγους για να μη συνδεθούν. Είναι οι σκληροί της εποχής μας και είναι οι πιο φοβισμένοι απ’ όλους.

Αυτό που δεν υπολόγισαν οι κοινωνιολόγοι είναι πόσο βαθιά σκληροί θα βγαίναμε όλοι μετά από τον τόσο χρόνο με τον εαυτό μας – και μόνον αυτόν.

«Είμαι ο εαυτός μου». «Κάνω καλή παρέα με τον εαυτό μου». «Τα ’χω βρει με τον εαυτό μου». Οι καραμέλες της εποχής. Ο εαυτός μου στο κέντρο των πάντων. Λες και ο εαυτός είναι κάτι ανεξάρτητο από τους άλλους. Λες και είναι ένα πράγμα συγκεκριμένο. Λες και είμαστε ο ίδιος εαυτός όποιον άνθρωπο κι αν έχουμε απέναντί μας. Λες και ο εαυτός δεν αλλάζει, δεν έχει αντιφάσεις, δεν εμπεριέχει φωνές άλλων ανθρώπων που άλλοτε ουρλιάζουν και άλλοτε σιγούν τιμωρητικά. Λες και ο εαυτός δεν εξελίσσεται μέσω της συναναστροφής με τους άλλους ανθρώπους.

©Unsplash

Εκείνο που πιστεύω ότι μας συνέβη είναι ότι μείναμε μόνοι με τον εαυτό μας περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε. Όχι μόνο αυτό, αλλά παράλληλα διατηρούσαμε ζωντανό τον διαδικτυακό εαυτό μας. Αφού δεν μπορούσαμε να ζήσουμε την κανονική ζωή, ζούσαμε την ψηφιακή, τον κατεξοχήν χώρο επινόησης του εαυτού.

Περάσαμε σχεδόν δύο χρόνια της ζωής μας αποκλειστικά μέσω ίντερνετ και μέσω του εαυτού που έχουμε επινοήσει. Πολύ θέλει ο άνθρωπος να ταυτιστεί με τον ρόλο του; Αφού ο ρόλος μας ήταν το μόνο όχημα επικοινωνίας με τον έξω κόσμο, τον εμπλουτίσαμε, τον παγιώσαμε, στο τέλος τον πιστέψαμε. Πριν από την πανδημία, είχαμε ήδη αρχίσει να βουλιάζουμε αργά μέσα στην ψηφιακή μας περσόνα.

Ίσως η σημερινή μας κατάσταση, η τόση πίστη στην ψηφιακή μας εκδοχή να είναι, απλώς, η φυσική εξέλιξη των πραγμάτων, αυτό που θα συνέβαινε και ανεξαρτήτως Covid. Ίσως αυτή η εξέλιξη απλώς να επισπεύστηκε. Σε κάθε περίπτωση, λίγη παράλληλη πραγματική ζωή θα βοηθούσε να κρατηθεί μια ισορροπία.

Και τώρα να μαστε πάλι έξω. Ακροπάριστοι, άφιλτροι, λιγότερο ετοιμόλογοι, ανθρώπινα αμήχανοι, με λίγο περισσότερες ρυτίδες αφού είδαμε τον χάρο με τα μάτια μας, δύο -δύσκολα- χρόνια πιο βαριοί από την τελευταία φορά που μας είδαν ζωντανά. Ο φανταστικός εαυτός με τον οποίο ζούσαμε τόσο καιρό απειλείται.

Αυτό παθαίνουν οι εαυτοί όταν καθρεφτίζονται πάνω σε άλλους ανθρώπους. Περάσαμε δύο χρόνια χωρίς να μας βλέπουν, δύο χρόνια παρέα μόνο με την αντανάκλαση που εμείς έχουμε επιλέξει και επιμεληθεί, δύο χρόνια όπου κανείς δεν διαφωνούσε με αυτό που ήμασταν ή με αυτό που εν πάση περιπτώσει πουλούσαμε.

©Unsplash

Δύο χρόνια εσωστρέφειας όπου ο εαυτός μας δεν είχε τη συνηθισμένη του καθημερινή τριβή με άλλους εαυτούς, ώστε να αποκαλυφθεί, να μαζευτεί, να διορθωθεί, να βελτιωθεί, να οριοθετηθεί. Μπορούσε να καταλάβει όσο χώρο γούσταρε, χωρίς να προσκρούσει σε κανέναν.

Έχω την αίσθηση πως όσο περισσότερο συνδέθηκε κανείς με τον «εαυτό» του αυτά τα δύο χρόνια, τόσο περισσότερο έχασε τη σύνδεσή του με τους άλλους. Και παρατηρώ γύρω μου ανθρώπους να έχουν βολευτεί σε αυτή τη μη σύνδεση. Γιατί η μη σύνδεση δεν είναι ρίσκο, δεν είναι έκθεση, δεν είναι απειλή. Είναι ασφάλεια και η ασφάλεια είναι σημαντικό συναίσθημα, απολύτως σεβαστό, ιδίως μετά από όσα έχουμε περάσει.

Η μη σύνδεση όμως σημαίνει επίσης ότι κλείνεις έξω από την πόρτα σου όλα τα καλά που μπορεί ένας άνθρωπος να σου προσφέρει: οικειότητα, εμπιστοσύνη, αγάπη, μια άλλη οπτική αυτού του δύσκολου κόσμου.

Στον ψηφιακό κόσμο, η αλληλεπίδρασή μας με τους άλλους είναι απολύτως ελεγχόμενη από καθέναν μας ξεχωριστά. Εκεί έξω όμως οι συναντήσεις μας συμβαίνουν σε πραγματικό χρόνο, χωρίς περιθώρια καλλωπισμού. Και είναι, πιστεύω, αυτή η αμηχανία, η ευαλωτότητα, η μη επιμέλεια των πραγμάτων που μας φέρνει ουσιαστικά κοντά με τους άλλους.

Η ανθρώπινη σύνδεση απαιτεί όμως και κάτι που δεν ευδοκιμεί στον ψηφιακό κόσμο: την τρυφερότητα. Τον αρμό μεταξύ των ανθρώπων. Τρυφερότητα για μένα είναι η κατανόηση του άλλου, της κοινής μας φύσης και μοίρας. Είναι η αποδοχή του γεγονότος πως όλοι στο ίδιο καράβι είμαστε και πως όλοι μαζί βουλιάζουμε. Το μόνο νόημα που βρίσκω είναι να προλάβουμε τουλάχιστον να συνδεθούμε μεταξύ μας, μήπως και καταλάβουμε γιατί ζήσαμε.