Fashion Royalty: Συνέντευξη με τον Charles de Vilmorin

Share on facebook
Share on linkedin
Share on pinterest

Fashion Royalty: Συνέντευξη με τον Charles de Vilmorin

Share on facebook
Share on linkedin
Share on pinterest
CDV Haute Couture SS21 © Guillaume Plas
CDV Haute Couture SS21 © Guillaume Plas

Εν αναμονή της πρώτης του δημιουργικής απόπειρας για τον οίκο Rochas, ο Charles De Vilmorin γίνεται παγκόσμια είδηση μέσα από την προσωπική του συλλογή Υψηλής Ραπτικής. 

Στην ιστορία της δημιουργικής αναγέννησης και της πληθώρας των ονομάτων που επιλέγονται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο για να συμμετάσχουν στο παιχνίδι της μόδας, αυτό που με συγκινεί είναι οι ευκαιρίες που δίνονται κάθε τόσο σε πολύ νέους σχεδιαστές να αποδείξουν τις δυνατότητές τους. Υπάρχουν παραδείγματα αρκετών οι οποίοι στάθηκαν τυχεροί από την αρχή της σταδιοδρομίας τους, ενώ καθεμία από αυτές τις ιστορίες –αποτέλεσμα ενός απίθανου συνδυασμού συγκυριών– έχει τη δική της γοητεία.


©CDV Haute Couture SS21 © Guillaume Plas

Για σχεδόν ολόκληρο το 2020 ο Rochas είχε κενή τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή, καθώς η πανδημία εμπόδισε τη γρήγορη εύρεση άξιου αντικαταστάτη του Alessandro Dell’Acqua, του οποίου η τελευταία συλλογή για τον οίκο παρουσιάστηκε στις αρχές της προηγούμενης χρονιάς. Η θέση επιτέλους καλύφθηκε, λίγο μετά το τέλος της Εβδομάδας Μόδας Υψηλής Ραπτικής του περασμένου Φεβρουαρίου, από τον άγνωστο Charles de Vilmorin, εξέλιξη καθόλου προβλέψιμη ή, τουλάχιστον, όχι εκ πρώτης όψεως. Σε μια προσπάθεια να ενώσω τα κομμάτια του παζλ, ζήτησα συνέντευξη από τον 24χρονο σχεδιαστή, απόγονο της αριστοκράτισσας Louise de Vilmorin, γυναίκας των γραμμάτων του περασμένου αιώνα –ήταν συγγραφέας και δημοσιογράφος–, η οποία διατηρούσε αλληλογραφία με την Hélène Rochas, σύζυγο του couturier Marcel Rochas. Να σημειωθεί πως ο οίκος ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής περί τα τέλη της δεκαετίας του ’20 μέχρι και τα ’50s – ποιος μπορεί να ξεχάσει τη Lisa Fonssagrives, φωτογραφημένη από τον σύζυγό της, Irving Penn, φορώντας το μυθικό φόρεμα-γοργόνα διά χειρός Rochas; Χρειάστηκαν λίγες μέρες μέχρι να οριστεί η συνάντησή μας, που έγινε τελικά μέσω Zoom. Και τότε διαπίστωσα πως ο δημιουργός είναι ένας προσγειωμένος και πανέμορφος νέος που θυμίζει τον Yves Saint Laurent στα ’70ς, όταν η καριέρα του άρχισε να απογειώνεται.


©CDV Haute Couture SS21 © Guillaume Plas

Όλα ξεκίνησαν από το σπίτι του, μου εξηγεί. «Η γιαγιά μου έφτιαχνε νυφικά, ενώ έχω συγγενείς ζωγράφους και γενικότερα καλλιτέχνες. Έτσι μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον όπου ωθούσε ο ένας τον άλλο να είναι δημιουργικός. Όταν ήμουν παιδί, ονειρευόμουν να γίνω θεατρικός παραγωγός. Έφηβος αποφάσισα να ασχοληθώ με τη μόδα, επιλογή που είχε την απόλυτη στήριξη των γονιών μου. Ανήκω στη γενιά που γαλουχήθηκε με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και βίωσα την είσοδο του Instagram στη ζωή μας σαν μια νέα επικοινωνιακή διέξοδο. Μου αρέσει να προβάλλω τις δημιουργίες μου μέσα από τη συγκεκριμένη πλατφόρμα και την ίδια στιγμή να ανακαλύπτω άλλους καλλιτέχνες –σχεδιαστές, φωτογράφους, τραγουδιστές– που με επηρεάζουν. Δεν το υπεραναλύω, γιατί για μένα είναι κάτι φυσικό», λέει.

Πριν από την πρώτη του συλλογή Υψηλής Ραπτικής, που έδειξε πρόσφατα, δεν είχε ακουστεί τίποτα γι’ αυτόν που να δικαιολογεί τη συμμετοχή του στο επίσημο πρόγραμμα του Fédération Française de la couture, στο πλαίσιο του οποίου παρουσίασε τη δουλειά του μετά από ειδική πρόσκληση. Ωστόσο, εκείνες τις μέρες το όνομά του βρέθηκε στο επίκεντρο των συζητήσεων μεταξύ των ιθυνόντων της μόδας και όλοι συμφώνησαν πως η παρουσία του θα γινόταν η αφορμή για να αλλάξει ένα καθεστώς από καιρό σε αποσύνθεση. Έξι μήνες νωρίτερα, είχε κερδίσει τις εντυπώσεις μέσα από τον λογαριασμό του στο Instagram, όταν ανέβασε μια σειρά φωτογραφιών με τις ονειρικές σιλουέτες που μόλις είχε φτιάξει. Παράλληλα, μια ταινία μικρού μήκους με τίτλο Repugnantam και θέμα την ίδια συλλογή τού εξασφάλισε την πρώτη θέση στον διαγωνισμό GucciFest. Το φιλμάκι ήταν δημιούργημα του ιδίου και της ομάδας του, με τον Alessandro Michele να δηλώνει έκτοτε αφοσιωμένος θαυμαστής του.


©CDV Haute Couture SS21 © Guillaume Plas

Η γεμάτη θεατρικότητα δουλειά του Charles de Vilmorin παραπέμπει στις χρυσές εποχές που η μόδα παντρευόταν με την τέχνη – όπως όταν ο Kansai Yamamoto έντυνε τον David Bowie για τις συναυλίες του, δημιουργώντας ένα είδωλο που έμεινε στην ιστορία, όχι μόνο για τη μουσική του ιδιοφυΐα, αλλά και ως σύμβολο του στιλ. Οι αναφορές του στην τέχνη, λοιπόν, είναι ξεκάθαρες με την πρώτη ματιά: Marc Chagall, Gustav Klimt, Niki de Saint Phalle, Odilon Redon, όλοι καλλιτέχνες που αγκαλιάζουν το χρώμα και την υπερβολή, ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Πέρα από την ισχυρή ταυτότητα και την τόλμη, οι πληθωρικές δημιουργίες του μοιάζουν με μια ανοιχτή επιστολή αγάπης και ανεκτικότητας. Ο νεαρός designer σχεδιάζει όνειρα που φοριούνται, «ζωγραφίζοντας» τις δημιουργίες του απευθείας στο ανθρώπινο δέρμα, όπως θα έκανε στο χαρτί. Με μοναδικό του όπλο τη φαντασία, μεταμορφώνει τις μούσες του σε ψυχεδελικούς πολεμιστές, έτοιμες να κατακτήσουν το σύμπαν. Μέσα από τη δουλειά του το φύλο γίνεται μια έννοια αφηρημένη, ενώ τα ρούχα μετατρέπονται σε φορείς φωτός και αξιών, όπως η αλληλοεμπιστοσύνη. Τα λουλούδια και οι κόκκινες καρδιές, ραμμένες σε καπιτονέ unisex XXL μπουφάν, συνδυασμένα με πολύχρωμα κολάν και φορεμένα από αγόρια και κορίτσια της διπλανής πόρτας, τράβηξαν την προσοχή του Jean Charles de Castelbajac και του Jean Paul Gaultier, ο οποίος μάλιστα αποφάσισε να τον χρηματοδοτήσει για να φτιάξει μια ολοκληρωμένη συλλογή. Αυτή η εξέλιξη καταγράφηκε σαν ένα νέο κεφάλαιο στη μόδα, σε συνάρτηση με την καινούργια πραγματικότητα που έβαλε στη ζωή μας τις συναντήσεις μέσω Zoom, τις διαδικτυακές παρουσιάσεις και τόσα άλλα.

Ζητώ να μάθω περισσότερα για τη σχέση του με τον Castelbajac και τον Gaultier, που είναι ίσως ο πρώτος σχεδιαστής στην ιστορία της μόδας του οποίου το όραμα συνδέεται με την αποδοχή της διαφορετικότητας. «Ήταν πολύ μεγάλη τιμή για μένα η γνωριμία με τον κύριο Gaultier», μου λέει. «Αυτό συνέβη κατά τη διάρκεια του GucciFest, στο οποίο ήταν μέλος της κριτικής επιτροπής και αποφάσισε να με στηρίξει, ανοίγοντάς μου τον δρόμο για την Εβδομάδα Μόδας. Με τον Castelbajac η φιλία μας μετράει γύρω στα έξι χρόνια, απ’ όταν ήμουν ακόμα φοιτητής και μου ζητήθηκε από καθηγητές μου να τους αναφέρω ονόματα σχεδιαστών οι οποίοι με ενέπνεαν. Μίλησα τότε για τη δουλειά του και αργότερα του έστειλα κάποιες ερωτήσεις στο Instagram. Παραδόξως μου απάντησε με μεγάλη αμεσότητα και με έκανε αμέσως “follow”, ενώ όλο αυτόν τον καιρό κάνει συχνά σχόλια για τη δουλειά μου, που, όπως λέει, του αρέσει πολύ».

Σκέφτομαι πόσο σπάνια είναι η αλληλεγγύη σε μια βιομηχανία από τη φύση της ανταγωνιστική. Είναι θαύμα το ότι για κάποιους δεν υπάρχει χάσμα μεταξύ των γενεών και επισημαίνω στον Charles τις ομοιότητες που έχει με τον Castelbajac σε δημιουργικό επίπεδο. Συμφωνεί πως μοιράζονται την ίδια αγάπη για τα χρώματα, τη δύναμη της αφήγησης και τις εννοιολογικές δομές σε μια κολεξιόν. Αναφερόμενος στη σημερινή κατάσταση στην υψηλή ραπτική, εκτιμά πως υφίσταται εξέλιξη, πάντα βασισμένη στις αξίες του παρελθόντος που παραμένουν σταθερές. Σκέφτομαι ότι είναι πραγματικά αναζωογονητικό να ακούς έναν νέο άνθρωπο να σου υπενθυμίζει μέσα από τη φρεσκάδα της σκέψης του τους λόγους για τους οποίους αγαπάς τη μόδα και του ζητώ να μου πει περισσότερα για την πρώτη του επίσημη προσωπική συλλογή. «Είχα πολύ λίγο χρόνο να σκεφτώ και να αποφασίσω ποια κατεύθυνση έπρεπε να ακολουθήσω», εξηγεί. «Όλα συνέβαιναν ταυτόχρονα –οι διαγωνισμοί, ο σχεδιασμός, η βράβευση, η δουλειά στο ατελιέ– και ήμουν εντελώς μόνος σε όλο αυτόν τον κυκεώνα ενεργειών, σκέψεων και αποφάσεων. Αυτό που μπορώ να πω με σιγουριά είναι πως το θέμα μου ήταν η ελευθερία σε όλες τις μορφές της και το cast αφορούσε ανθρώπους που γνώρισα μέσω Ιnstagram. Εμπνέομαι από διαφορετικούς σωματότυπους ανδρών και γυναικών».


©CDV Haute Couture SS21 © Guillaume Plas

Καθώς έχει ήδη ξεκινήσει τον σχεδιασμό της συλλογής του Rochas για το καλοκαίρι του 2022, μου εξομολογείται την ασφάλεια που νιώθει με την ομάδα του ατελιέ, όπως επίσης με το ότι ο οίκος επικεντρώνεται αποκλειστικά στο prêt-à-porter, κάτι που σημαίνει πως θα μπορεί να πειραματίζεται με άνεση στις προσωπικές του couture κολεξιόν. Παρατηρώ πως, παρά το ότι οι νέοι τρόποι διαδικτυακής παρουσίασης που ακολουθούνται εδώ και έναν χρόνο παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον για την αμεσότητα και τη δημοκρατικότητά τους, ωστόσο δυσκολεύονται να μεταδώσουν με λεπτομέρεια τις υφές και την πολυπλοκότητα των κεντημάτων που έχουν τα περισσότερα ρούχα. Επίσης, η απουσία της φυσικής επαφής αντικαταστάθηκε από την ανάγκη για εντυπωσιασμό. Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που ο μαξιμαλισμός αναβίωσε σε τέτοιο βαθμό μέσα από προτάσεις φωτογενείς, τρισδιάστατες και γεμάτες φαντασία. Αυτοί οι περιορισμοί έθεσαν παράλληλα εύλογα ερωτήματα γύρω από τους λόγους ύπαρξης της ραπτικής, την ίδια στιγμή που η Iris Van Herpen δημιουργούσε με υλικά όπως πλαστικό που ανασύρθηκε από τους ωκεανούς, υπενθυμίζοντας την ευθύνη που έχει η μόδα για την περιβαλλοντική καταστροφή. «Αν σκεφτόμουν συμβατικά, δεδομένης της κατάστασης με την πανδημία, σίγουρα δεν θα τολμούσα το εγχείρημα, δεν θα είχα ξεκινήσει αυτό το brand name», παραδέχεται ο Vilmorin. «Όταν όλα περάσουν, ελπίζω σε μια πιο ειλικρινή λειτουργία της μόδας». Αναφερόμενος, δε, στους λόγους που ο Rochas κατέληξε στο πρόσωπό του, μου αποκαλύπτει πως τον πρότεινε για τη θέση ο Lucien Pagès, ενώ ο ίδιος δεν είχε την παραμικρή ιδέα. Οι συζητήσεις γίνονταν εν αγνοία του.

Προσπαθώντας να συγκρίνω το χθες με το σήμερα, ανατρέχω στη δεκαετία του ’80, όταν η μόδα ήταν κάπως υπεροπτική απέναντι στους πολύ νέους σχεδιαστές, ενώ ο Τύπος τούς αντιμετώπιζε σαν μικρά παιδιά με μεγάλα καπρίτσια. Αυτή η έλλειψη εμπιστοσύνης στο καινούργιο δεν άφηνε χώρο για σοβαρές εξελίξεις. Οι Ιάπωνες μαζί με τους Βέλγους, που είχαν προ πολλού ξεκαθαρίσει τις προθέσεις τους και τους λόγους για τους οποίους μετακόμισαν στην Πόλη του Φωτός, έπρεπε να δουλέψουν πολύ σκληρά για να φέρουν τον αέρα της αλλαγής και να μοιραστούν τα φώτα με ντόπια και ανατρεπτικά νέα ταλέντα, περισσότερο γνωστά για την αντικομφορμιστική τους στάση παρά για σχεδιαστικές ιδέες με ουσία. Κάνοντας έναν μικρό απολογισμό εκείνης της περιόδου, φαίνεται ξεκάθαρα πως οι τεράστιες βάτες, η λεπτή μέση και το έντονο μακιγιάζ χαρακτήριζαν μια εποχή η οποία, παρά τις κοινωνικοπολιτικές διακυμάνσεις, παρέμεινε πιστή σε μια υπερβολή που σήμερα φαντάζει μάλλον κωμική, περισσότερο σαν τρόπος σκέψης παρά σαν συγκεκριμένη έκφραση. Αντίθετα, τα ’90ς έμοιαζαν σαν μια έκρηξη από διαφορετικές προτάσεις στιλ που παραδόξως συνυπήρχαν η μία δίπλα στην άλλη. Η «ολιγαρχία» των προηγούμενων ετών εξελίχθηκε σε μια δημοκρατική συνύπαρξη μεταξύ των δημιουργών, ενώ σε όσους παρέμεναν μέχρι εκείνη τη στιγμή στο περιθώριο δόθηκε, επιτέλους, η ευκαιρία να παρουσιάσουν τη δουλειά τους όπως αυτοί ήθελαν. Η μόδα των ’90s δεν ενθάρρυνε τους μονολόγους και επισημοποίησε τη δυναμική των σχεδιαστών της Ανατολής αλλά και των νεαρών που είχαν πια ωριμάσει, τοποθετώντας τους στην ίδια θέση με κλασικούς δημιουργούς, όπως ο Yves Saint Laurent και ο Karl Lagerfeld στη Chanel, ανατρέποντας το κατεστημένο χωρίς ενοχές. Έγινε εικονοκλαστική μέσω των top models και των σταρ του Χόλιγουντ που φιγουράριζαν στα εξώφυλλα των μεγάλων περιοδικών. Στις μητροπόλεις της μόδας, η αμερικανική σκηνή ζούσε τις σημαντικότερες στιγμές στην ιστορία της, με το grunge του οίκου Perry Ellis από τον Marc Jacobs, το άρωμα One και τα εσώρουχα του Calvin Klein, την μποέμ Anna Sui, την ανατρεπτική Betsey Johnson, την πολυχρωμία του Todd Oldham, τη χολιγουντιανή αύρα του Isaac Mizrahi, το polo shirt του Ralf Lauren και το power-dressing της Donna Karan. Το Παρίσι από τη μεριά του έμοιαζε να έχει τον ρόλο του κυματοθραύστη, μένοντας ακλόνητο στο κύμα των νέων δημιουργών που έφταναν από όλα τα σημεία του ορίζοντα, κυρίως εκείνων που προέρχονταν από τις περίφημες σχολές μόδας του Λονδίνου, όπως ο John Galliano και λίγο αργότερα ο Alexander McQueen. Απέναντί τους, πάντως, η Γαλλία υπήρξε τελικά γενναιόδωρη, χρίζοντάς τους άξιους καλλιτεχνικούς διευθυντές – τον πρώτο στον Dior, όπου διαδέχθηκε τον Gianfranco Ferré, και τον δεύτερο στον Givenchy, ως αντικαταστάτη του Galliano, ο οποίος θήτευσε εκεί τα προηγούμενα δύο χρόνια. Αυτού του είδους οι μεταγραφές –μέχρι τότε σπάνιες– έγιναν ξαφνικά δημοφιλείς, αλλάζοντας ανεπιστρεπτί τον τρόπο λειτουργίας της βιομηχανίας. Όσα ακολούθησαν στη νέα χιλιετία ήταν εξίσου συναρπαστικά, βοηθώντας τη μόδα να εξελιχθεί γοργά και κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον των δημοσιογράφων και των αγοραστών.


©CDV Haute Couture SS21 © Guillaume Plas

Η έλευση του Charles de Vilmorin στον Rochas θυμίζει ακριβώς αυτόν τον ξαφνικό αέρα αλλαγής αλλά και την αναγκαστική πειθαρχία στο γενικότερο πλαίσιο της μόδας, που μπορεί να φτιάχνει όνειρα, όμως δεν παύει να είναι βιομηχανία.

Μιλώντας για μεταγραφές, δεν μπορώ να μην αναφερθώ στον Olivier Theyskens και στην πολυσυζητημένη συνεργασία του με τον Rochas το 2003, έναν οίκο σχεδόν ξεχασμένο, που στήριζε την τρέχουσα φήμη του στην αρωματοποιία κυρίως παρά στο ένδυμα. Το ντεμπούτο του Theyskens ήταν μια ωδή στον ρομαντισμό, με τα ρούχα του να αναδίδουν έναν λυρισμό, ενώ το σώμα ενέπνεε έντονα συναισθήματα και βεβαίως ερωτισμό. Όμως, παρόλο που η αναγνώριση της δουλειάς του Βέλγου σχεδιαστή ήταν διεθνής, οι τιμές των ρούχων ήταν υπερβολικές και η συνεργασία σύντομα διακόπηκε, ενώ όσοι ακολούθησαν (Marco Zanini και Alessandro Dell’Acqua) έδωσαν τη δική τους εκδοχή για τον Rochas χωρίς να αφήσουν κάποιο ευανάγνωστο αποτύπωμα.

Αναμένοντας την παρθενική συλλογή του Charles de Vilmorin για τον ιστορικό οίκο, που θα παρουσιαστεί στο Παρίσι τον ερχόμενο Σεπτέμβριο, τον ρωτώ τι συμβολίζει για τον ίδιο το όνομα Rochas. «Για μένα ο Rochas αποτελεί σύμβολο κομψότητας και γοητείας. Νιώθω εξαιρετικά τυχερός που αναλαμβάνω μια επωνυμία που με εμπνέει ως φιλοσοφία. Εύχομαι να καταφέρω να συνδυάσω το ιστορικό DNA του με το δικό μου όραμα. Μόνο έτσι θα μπορώ να συνεχίσω να γράφω αυτή την τόσο όμορφη ιστορία. Αυτό που πρωτίστως θέλω να κάνω είναι να ερμηνεύσω εκ νέου τους κώδικές του, κυρίως τα χρώματα, τα εμπριμέ, τους όγκους και τα σχέδια στα υφάσματα, όλα τους θέματα που βρίσκω ενδιαφέροντα και σύμφωνα με τη δική μου οπτική. Η εικόνα που έχει ο περισσότερος κόσμος για τον Rochas είναι μάλλον δραματική και στα όρια της υπερβολής. Εμπιστεύομαι το ατελιέ μας, που έχει εμπειρία σαφώς μεγαλύτερη από τη δική μου και συνεπώς ο τρόπος εργασίας τους είναι επικεντρωμένος, ώριμος και πλήρης. Βρίσκω συναρπαστικό το ότι θα δουλεύω κάτω από αυτές τις συνθήκες, γιατί θα μάθω πολλά. Θα κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ».


©CDV © Fanny Latour-Lambert

Διαβάστε επίσης |  Filep’s Scrapbook: See Me Now, Buy Me Now, Wear Me now!

Scroll to Top