fashionopolis-dana-thomas-117202
©Michael Roberts_Maconochie Photography

Σε αυτή την «πόλη», όλοι απευθύνουμε κάθε μέρα στον εαυτό μας την ίδια ερώτηση: «Τι θα φορέσω σήμερα;». Η απάντηση είναι προσωπική, αφορά όμως και το σύνολο. Γιατί σε αυτή την παγκόσμια «πόλη» είμαστε εμείς, οι πολίτες, που (θα) κάνουμε τη διαφορά. Αυτό πιστεύει η Dana Thomas, συγγραφέας του Fashionopolis: The Price of Fast Fashion and the Future of Clothes (Penguin Press), βιβλίου που κάποιοι πιστεύουν ότι μπορεί να αλλάξει τη βιομηχανία της μόδας.

Κορεσμός και παγκοσμιοποίηση από τη μία, μεγάλη όρεξη και ανάγκη για καλύτερες πρακτικές από την άλλη, το Fashionopolis είναι μια ολιστική προσέγγιση του προβλήματος από την Αμερικανίδα δημοσιογράφο, η οποία αρθρογραφεί για τους New York Times και έχει συνεργαστεί με τη Vogue και το The New Yorker. Για την ίδια, η ιστορία ξεκινά από την Πολιτεία του Πλάτωνα, περνάει από την «Cottonopolis», όπως αποκαλούνταν το Mάντσεστερ την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης, καταγράφεται στο εξπρεσιονιστικό Metropolis του Γερμανού Fritz Lang και φτάνει στη Fashionopolis, την Πόλη της Μόδας, που σήμερα βρίσκεται σε επανάσταση. «Εν μέρει αυτό πηγάζει από το νεανικό κίνημα – δείτε την Greta Thunberg στα Ηνωμένα Έθνη και τους millennials, που τώρα βρίσκουν δουλειά και αποκτούν τη δική τους φωνή. Μια ολόκληρη γενιά που μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον όπου το βιολογικό φαγητό είναι κάτι φυσιολογικό – σε σχέση με παλαιότερα, που ήταν πιο ακριβό. Αναρωτιούνται λοιπόν: “Γιατί τρώω βιολογική σαλάτα και είμαι vegan, ενώ όλα μου τα ρούχα παράγονται σε sweat shops στο Μπανγκλαντές;”» μου λέει η Thomas από τη βάση της, το Παρίσι. «Χάρη στην ψηφιακή επανάσταση λαμβάνουμε σήμερα πολύ πιο εύκολα πληροφορίες και ένα brand δεν μπορεί πια να ισχυριστεί ότι “δεν γνωρίζαμε”. Μπορούμε να έχουμε ένα app στο κινητό μας που έχει τη δυνατότητα να καταγράψει την αλυσίδα παραγωγής, από τη βαμβακοκαλλιέργεια μέχρι το κατάστημα. Η νέα γενιά περιμένει και απαιτεί τη διαφάνεια σε ό,τι αγοράζει και πιέζει τη βιομηχανία της μόδας να προσαρμοστεί».

Τα στοιχεία που παραθέτει η Αμερικανίδα δημοσιογράφος προσφέρουν τροφή για σκέψη και δράση: o γίγαντας Zara παρήγαγε πάνω από 450 εκατ. κομμάτια ρουχισμού το 2018. Στις ΗΠΑ, οι καταναλωτές αγοράζουν σήμερα πέντε φορές πιο πολλά ρούχα απ’ ό,τι το 1980 –68 κατά μέσο όρο ετησίως–, ενώ παγκοσμίως αγοράζονται 80 δις τεμάχια κάθε χρόνο, εκ των οποίων το 20% δεν φτάνει σε κάποια ντουλάπα. Η βιομηχανία των 2,4 τρις δολαρίων τον χρόνο απασχολεί έναν στους έξι εργαζομένους διεθνώς, ενώ το ένα τέταρτο των χημικών που παράγονται κατευθύνονται στην παραγωγή ρούχων. Τέλος, μόνο το 2% εκείνων που εργάζονται στη βιομηχανία της μόδας έχουν εισοδήματα τα οποία εξασφαλίζουν αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης.

Πώς φτάσαμε μέχρι εδώ; «Ποτέ τα ρούχα δεν ήταν τόσο φθηνά», εξηγεί η Thomas. «Συνειδητοποίησα πρόσφατα ότι πλήρωνα περισσότερα για ένα ρούχο όταν ήμουν έφηβη, το 1980, απ’ ό,τι η έφηβη κόρη μου σήμερα. Τότε αγόραζα ένα πουκάμισο με 25 δολάρια, σήμερα εκείνη το παίρνει με 9,99 δολάρια. Επειδή είναι τόσο φθηνά όλα, έχει δημιουργηθεί μια παθολογική κατάσταση, την οποία συγκρίνω με τον εθισμό στο κρακ. Κατά μέσο όρο φοράμε κάθε ρούχο μας επτά φορές. Δεν επενδύουμε σε αυτό συναισθηματικά. Κάποιοι θα πουν ότι δεν μπορούν να αγοράσουν κάτι ακριβότερο, όμως μπορούν, απλώς δεν το έχουν συνηθίσει. Αντί για 10 κομμάτια με 10 ευρώ το καθένα, ας αγοράσουν ένα στην τιμή των 100. Θα κρατήσει περισσότερο και θα είναι μια επένδυση».

Fashionopolis: Dana Thomas-1
©Fashionopolis: The Price of Fast Fashion and Future of Clothes by Dana Thomas is out in hardback now.
Το εξώφυλλο του βιβλίου, που φιλοδοξεί να αποτελέσει μια ισχυρή παρέμβαση στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη μόδα.

Εκλεκτικότητα vs μαζικότητα

Για την «κυκλική» καταγραφή της βιομηχανίας στο Fashionopolis, η Thomas διέσχισε ηπείρους. Πρώτη της στάση το Λονδίνο και το ατελιέ της Μαίρης Κατράντζου. Κατά τη διάρκεια της έρευνας αναζητούσε σχεδιαστές των οποίων η δουλειά έπεφτε συχνά θύμα κλοπής από εταιρείες γρήγορης μόδας και το όνομα της Ελληνίδας σχεδιάστριας βρισκόταν συνέχεια στην κορυφή της λίστας στο Google. «Απαιτούνται τρεις μήνες για να παραγάγουμε τα 40 prints που αναπτύσσουμε κάθε σεζόν», αναφέρει στο βιβλίο η Κατράντζου. «Και ένα κλικ σε μια έξυπνη συσκευή για να λεηλατηθούν», προσθέτει η Thomas.

Ακολούθησαν στάσεις στο Μπανγκλαντές, όπου η δημοσιογράφος μίλησε με επιζώντες της τραγωδίας του Rana Plaza –όπου τον Απρίλιο του 2013 σκοτώθηκαν 1.134 άνθρωποι και τραυματίστηκαν άλλοι 2.450, όταν κατέρρευσε το κτίριο στο οποίο στεγάζονταν πολλές βιοτεχνίες παραγωγής ρούχων για αλυσίδες δυτικής γρήγορης μόδας–, αλλά και στο Τενεσί, όπου γνώρισε τη Sarah Bellos, χημικό και ιδρύτρια του Stony Creek Colors, που από το 2006 καλλιεργεί indigo και άλλες φυσικές βαφές για τζιν. «Φορούσε ένα υπέροχο τζιν, ίσως το πιο όμορφο πράγμα που είδα κατά τη διάρκεια της συγγραφής του βιβλίου», θυμάται η Thomas. «Είναι όπως όταν βλέπεις κάτι στη φύση –το τέλειο τριαντάφυλλο ή το ηλιοβασίλεμα– και θα ήθελες ένας καλλιτέχνης ή η φωτογραφική σου μηχανή να αποτυπώσει την εξωπραγματική του ομορφιά. Αυτό το τζιν με το φυσικό indigo είχε ένα μπλε που δεν περιγράφεται και σκέφτηκα ότι αυτό είναι μόδα και αυτό θα έπρεπε να επικροτούμε».

Πολλές γυναίκες πρωταγωνιστούν στις πιο αισιόδοξες σελίδες του βιβλίου, όπως η πρωτοπόρος της ηθικής μόδας, η επίμονη Stella McCartney, αλλά και η Ολλανδή Iris van Herpen με τα 3D couture όνειρά της. Υπάρχει όμως και η Jeanologia, μια ομάδα μοναχικών Ισπανών «καβαλάρηδων» που εδώ και είκοσι χρόνια ανέπτυξαν μια βιώσιμη τεχνολογία φινιρίσματος για τζιν, την οποία σήμερα υιοθετεί η Levi’s, βιώσιμες πρώτες ύλες όπως το νήμα ECONYL που προέρχεται από ανακυκλωμένα θαλασσινά δίχτυα, αλλά και οι πράσινες πρακτικές του ιστορικού καταστήματος Selfridges στο Λονδίνο.

Η Thomas δεν πιστεύει ότι η γρήγορη μόδα θα εκλείψει, όμως όσο περισσότερο νοιαζόμαστε για το τι φοράμε, τόσο βοηθάμε στην επαναφορά της παραγωγής σε δυτικές χώρες – κλειδί σε αυτή την περίπτωση είναι οι ιδέες της προ-βιομηχανικής επανάστασης, που ενώνονται με την ψηφιακή τεχνολογία. Υπάρχουν και τα νέα μοντέλα luxury λιανικού εμπορίου, όπως η Moda Operandi, που πρώτα δέχεται παραγγελίες –βασισμένη σε δείγματα τα οποία προτείνει στις πελάτισσες– πριν περάσει σε συγκεκριμένη παραγωγή από τους οίκους μόδας.  

Στο μείζον ερώτημα αν η βιωσιμότητα αποτελεί hot trend ή νέο τρόπο ζωής, η δημοσιογράφος παραθέτει ελπιδοφόρες ιστορίες. Όμως, τελικά όλα ξεκινούν και καταλήγουν στην καθημερινή ερώτηση των «πολιτών» της Fashionopolis: «Τι θα φορέσω σήμερα;». 

Για τις ανάγκες της παρουσίασης του βιβλίου ανά τον κόσμο, η Thomas στράφηκε στην εταιρεία ενοικίασης luxury fashion, Panoply, στο Παρίσι. Κατέληξε σε ένα δυναμικό κοστούμι. «Ποτέ δεν έπαψα να λατρεύω τα ρούχα», καταλήγει. «Υπάρχει όμως ο σωστός και ο λάθος τρόπος. Αγαπώ τη μόδα, και εκείνη που παράγεται με ακεραιότητα είναι η πιο όμορφη από όλες».