Ήταν Μάρτιος του 1998 όταν η Madonna εμφανίστηκε στα Όσκαρ φορώντας ένα εντυπωσιακό αμάνικο μαντό από μαύρο σατέν ντουσέζ, συνδυασμένο με γκρι τούλινο κρινολίνο. Πριν τελειώσει η χρονιά, εντυπωσίασε ξανά στα βραβεία μόδας του VH1, με μια κίτρινη τουαλέτα που θύμιζε τη νύφη του Frankenstein. Αντί για ραφές, είχε 500 μεταλλικά γαντζάκια που την κρατούσαν ενωμένη, όλα ραμμένα στο χέρι. Ο άγνωστος μέχρι τότε δημιουργός τους, Olivier Theyskens, ήταν μόλις 21 ετών.

 


Left: Olivier Theyskens, SS2002 | Right: Oivier Theyskens, SS2000
©Claessens & Deschamps

Είκοσι ένα χρόνια αργότερα, τον συναντώ στο ιστορικό Hotel de Bourrienne – hôtel particulier που χτίστηκε στα τέλη του 18ου αιώνα επί Λουδοβίκου 16ου, λίγο πριν από τη Γαλλική Επανάσταση. Το κτίριο περιήλθε το 1792 στην Fortunée Hamelin, φίλη της Josephine de Beauharnais, πρώτης συζύγου του Ναπολέοντα, ενώ σήμερα ανήκει στον επιχειρηματία Charles Beigbeder. Στον πρώτο όροφο έχει στεγάσει ο Theyskens το ατελιέ του, ενώ στο ισόγειο παρουσιάζει τις κολεξιόν του. «Εδώ νιώθω σαν να βρίσκομαι στο σπίτι μου. Ήταν μια δύσκολη διαδικασία μέχρι να το βρω. Είχα δει πολλούς χώρους, που όμως δεν μου έλεγαν κάτι, αλλά, λίγο πριν παραιτηθώ, ανακάλυψα αυτό το κτίριο, διακοσμημένο σε στιλ Directoire, το οποίο λατρεύω. Βρίσκεται σε κεντρικό σημείο του Παρισιού και στους χώρους του μπορούμε να κάνουμε τα πάντα», λέει.

Την εποχή που ξεκίνησε ο Theyskens, η μόδα δεν είχε μετατραπεί στη βιομηχανία που ξέρουμε σήμερα. Υπήρχε άπλετος χώρος για την επιβράβευση πρωτότυπων ιδεών, κάτι που έχει εκλείψει στο σύγχρονο εμπορικό περιβάλλον. Το χαρακτηριστικό που τον έκανε να ξεχωρίσει είναι η δύναμη της δημιουργικής γραφής και οι αριστουργηματικές συλλογές prêt-à-porter, που θυμίζουν υψηλή ραπτική. Ο όμορφος άντρας με τα μακριά, μαύρα μαλλιά είχε ανέκαθεν την ωριμότητα που οι περισσότεροι πασχίζουν για χρόνια να αποκτήσουν. Μπορεί κάποιος να υποστηρίξει πως η goth αισθητική του συμβαδίζει με αυτήν αρκετών από τους συμπατριώτες του, όπως η Veronique Branquinho και η Ann Demeulemeester, όμως η δική του αφήγηση είναι διαφορετική.

 


FW19/20
©Filep Motwary

Ο Olivier άφησε στη μέση τις σπουδές του στο θρυλικό La Cambre και ξεκίνησε την πρώτη του συλλογή, Gloomy Trips, για τη σεζόν Φθινόπωρο/Χειμώνας 1997-1998, με 24 δημιουργίες από παλιές δαντέλες Chantilly, υφάσματα του 19ου αιώνα από υπαίθριες αγορές της Νορμανδίας, ταπετσαρίες επίπλων, σεντόνια και κουρτίνες της γιαγιάς του. Μια ομαδική επίδειξη μόδας στη βελγική ακτή υπήρξε η ευκαιρία για να προσελκύσει το ενδιαφέρον ενός γαλλικού γραφείου δημοσίων σχέσεων. Αυτή η χωρίς αντάλλαγμα συνεργασία ήταν και η αρχή για μια αναπάντεχη καριέρα, που βασίστηκε σε δημιουργίες υπεράνω φαντασίας. Παρόλο που τα ρούχα του δεν ήταν προς πώληση, η πρώτη του επίδειξη στο Παρίσι αποσκοπούσε στο να τον γνωρίσουν το κοινό και οι δημοσιογράφοι. Και ήταν πραγματικός θρίαμβος. Οι επόμενες κολεξιόν του συμπεριλήφθηκαν στη λίστα με τις σημαντικότερες της δεκαετίας, γεγονός που ώθησε τον οίκο Rochas να τον χρίσει δημιουργικό διευθυντή του από το 2003 έως και το 2006. O Theyskens αναγκάστηκε εξ αυτού του λόγου να αφήσει την προσωπική του σειρά στην άκρη – μέχρι πρόσφατα. «Τα πρώτα πέντε χρόνια έφτιαχνα μόνο τις δικές μου συλλογές, περίπου δέκα στο σύνολο», μου λέει. «Μετακομίζοντας όμως από τις Βρυξέλλες στο Παρίσι και στον Rochas, προτεραιότητά μου ήταν να οδηγήσω το brand στη νέα εποχή, αναβιώνοντας την αίγλη που είχε 50 χρόνια νωρίτερα. Η έννοια της αναβίωσης ανέκαθεν με προκαλούσε».

Η δουλειά του στέφτηκε με επιτυχία και ο Rochas κατέλαβε ηγετική θέση ανάμεσα στους trendsetters. Σύντομα, η μία διάκριση διαδεχόταν την άλλη, με τον χώρο της μόδας να υποκλίνεται στον δημιουργό. Ήταν τότε που η Sofia Coppola του ζήτησε να σχεδιάσει το φόρεμα της Μαρίας Αντουανέτας για την ομώνυμη ταινία, με την Kirsten Dunst στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Παρά τη μεγάλη επιτυχία, ωστόσο, η συνεργασία του με τον Rochas διήρκεσε μόλις έξι σεζόν, καθώς ο οίκος αδυνατούσε να ανταποκριθεί στον τεράστιο όγκο παραγγελιών που λάμβανε για κάθε συλλογή, με αποτέλεσμα το 2006 ο σχεδιαστής να μετακινηθεί στη Nina Ricci, όπου έμεινε για άλλα τρία χρόνια. Το αποτέλεσμα ήταν μαγικό, όμως ούτε αυτός ο «γάμος» διήρκεσε. Τον ρωτάω αν είχε αντίληψη του μεγέθους των ευθυνών που είχε αναλάβει σε τόσο μικρή ηλικία. «Όχι απόλυτα», απαντά. «Ίσως γιατί ο οίκος Nina Ricci ήταν πιο γνωστός για τα αρώματα παρά για τα ρούχα. Όπως εξάλλου και ο Rochas μετά τη δεκαετία του 1950. Ήταν περισσότερο ενθουσιασμός παρά φόβος αυτό που ένιωσα πηγαίνοντας εκεί, το να στήσω δηλαδή ένα brand από την αρχή. Το έκανα τελικά με την ίδια άνεση που είχα φτιάξει και τη δική μου επωνυμία. Μάλλον ήμουν ο σωστός άνθρωπος τη σωστή στιγμή και, για κάποιον περίεργο λόγο, είχα την αίσθηση ότι θα έμενα εκεί για πάντα, αφού αυτό συνέβαινε συνήθως με σχεδιαστές που τους δινόταν ανάλογη ευκαιρία. Είχα πάρει πολύ σοβαρά αυτό που μου ζητήθηκε για τη Nina Ricci, να δημιουργήσω μια δυνατή νέα ταυτότητα. Ήταν όμορφα αυτά τα χρόνια. Τα νοσταλγώ».

 


FW19/20
©Filep Motwary

Πόσο εύκολη ή δύσκολη είναι η μετάβαση από τον ένα μεγάλο οίκο σε κάποιον άλλο σε τόσο σύντομο διάστημα; «Δεν πρόλαβα να το σκεφτώ», θυμάται. «Ήταν Ιούλιος, εργαζόμασταν για τη resort συλλογή του Rochas και τον Σεπτέμβριο βρέθηκα στη Nina Ricci. Υπό κανονικές συνθήκες, μια τόσο απότομη αλλαγή θα ήταν δύσκολη, όμως τελικά όχι. Αυτό που βοήθησε, ίσως, ήταν πως έγινε στη μέση του καλοκαιριού. Πήρα μαζί μου δεκατέσσερις από τους συνεργάτες μου, ήμασταν σαν μια παρέα που γύρισε στην πόλη μετά τις διακοπές. Οφείλαμε να εργαστούμε σκληρά προς μια νέα κατεύθυνση, με βάση το εμπορικό σήμα της Nina Ricci. Ξέρετε, εμπνέομαι από παντού και προσπαθώ να δημιουργώ με συνέπεια και ακρίβεια, ειδικά όταν πρόκειται για ένα brand που δεν είναι δικό μου. Από την άλλη, αυτό που θα έκανα για τον εαυτό μου δεν θα μπορούσε να είναι το ίδιο με αυτό για κάποιον άλλον».

Κάτι που επιβεβαιώθηκε στη σύντομη θητεία του στη νεοϋορκέζικη Τheory, όπου αναγκάστηκε να αφήσει τη θεατρικότητα, τις κάπες και τους κορσέδες, εκδηλώνοντας μια μινιμαλιστική πλευρά, ρόλος που μάλλον δεν του ταίριαζε. Έτσι, το 2014 αποφάσισε να αποδράσει από την πιεστική παρένθεση του casualism, εγκαταλείποντας για λίγο τη μόδα, για να επανέλθει τελικά το 2016, με την πρώτη του συλλογή κάτω από τη δική του επωνυμία μετά 14 ολόκληρα χρόνια.

 


Left: Olivier Theyskens, SS2017 | Right: Olivier Theyskens, FW 2001/02
©Claessens & Deschamps

Η εμπειρία με αυτά τα τρία διαφορετικά μεταξύ τους brands του δίδαξε τη σημασία της ομάδας, τη σωστή διαχείριση της γραφειοκρατίας και, κυρίως, την αποδοχή νέων αισθητικών παραμέτρων για την προσωπική του εξέλιξη. Στη συλλογή του γι’ αυτόν τον χειμώνα, εκτιμώ, εμπεριέχονται όλα τα τεχνικά χαρακτηριστικά μιας πορείας δύο δεκαετιών και μαζί το δράμα, το συναίσθημα, η κινηματογραφική ματιά. «Δεν είμαι σίγουρος ότι συμφωνώ», λέει. «Υπάρχουν δύο θέματα που ήθελα να θίξω. Το πρώτο αφορά την έννοια του ρετρο-φουτουρισμού και πώς μέσα από αυτόν προσπάθησα να μοιραστώ τη μαγεία της κατασκευής, τη σημασία της ραφής, του μουλάζ, του bias-cut, των όγκων, όπως ένας couturier. Αν το σκεφτείτε, όλα είναι κάπως ρετρό, γιατί η μεθοδολογία αυτή ανήκει στον προηγούμενο αιώνα. Ο λόγος που ήθελα να ενσωματωθούν στην ίδια συλλογή όλα αυτά τα στοιχεία οφείλεται στην εμμονή μου με τη ραπτική στην πράξη. Ήταν ένα στοίχημα να καταφέρω μέσα από τις κλασικές τεχνικές να δημιουργήσω μια φρέσκια σιλουέτα και ένα όραμα. Το αποτέλεσμα είναι δυναμικό και κομψό. Ομολογώ πως μου αρέσει να σχεδιάζω ρούχα για γυναίκες οι οποίες θέλουν να κάνουν μια εντυπωσιακή είσοδο. Προφανώς, στα 20 χρόνια καριέρας, έχω μαζέψει τόσες εμπειρίες που με διευκολύνουν σε αυτό που είμαι σήμερα. Επιμένω να φτιάχνω σκίτσα πριν δουλέψω τις ιδέες μου σε ύφασμα. Προσπαθώ το ρούχο να είναι ακριβώς όπως το έχω σχεδιάσει στο χαρτί και το δουλεύω μέχρι να φτάσει στο σημείο που η πελάτισσα θα νιώσει ικανοποιημένη φορώντας το».

Για έμπνευση στράφηκε στο Blade Runner του Ridley Scott (1982), εστιάζοντας στην κεντρική ηρωίδα, ένα ρομπότ με ανθρώπινη όψη που ακούει στο όνομα Rachael. «Προσπάθησα να αποφύγω την παγίδα της μεταφοράς όλης της ατμόσφαιρας της ταινίας στην πασαρέλα, αφού κάτι τέτοιο θα ήταν προφανές χάρη στην παρουσία της Rachael. Το φιλμ, ενώ αναφέρεται σε μια μελλοντική κοινωνία, τη θέλει ντυμένη συντηρητικά, με κλασικές αναφορές. Είχα τη χαρά να γνωρίσω τον Michael Kaplan, ο οποίος έκανε τα κοστούμια και, επιτρέψτε μου να πιστεύω, η ταινία ήταν το τέλειο μείγμα σεναρίου, μουσικής και αισθητικής. Είναι σπουδαίο επίσης το ότι πραγματεύεται τον έρωτα ενός ανθρώπου και ενός ρομπότ, θίγοντας το θέμα των ορίων της τεχνητής νοημοσύνης. Όταν ανακάλυψα, δε, πως η υπόθεση εκτυλίσσεται στο 2019, το θεώρησα ως σημάδι για να κάνω κάτι σχετικά με αυτήν, μια επίδειξη που θα μπορούσε να είναι κομμάτι της. Χρησιμοποίησα τη μουσική του συμπατριώτη σας, Βαγγέλη Παπαθανασίου, η οποία έπαιζε αντίστροφα στο σόου». Κάνει μια παύση και συνεχίζει: «Είμαι λίγο ευαίσθητος όταν πλησιάζει η στιγμή μιας επίδειξης, όταν στις πρόβες πρόκειται να ακούσουμε τη μουσική με την οποία θα περπατήσουν τα κορίτσια. Εύχομαι οι καλεσμένοι μας να εισπράττουν κάτι από αυτό το συναίσθημα».

 


Left: Olivier Theyskens, SS1998 | Right: Oivier Theyskens, SS1999
©Claessens & Deschamps

Τα ρούχα της συλλογής είναι κατά κύριο λόγο μαύρα. Υπάρχει όμως και το κόκκινο, το καφέ, το λευκό του πάγου. Οι συνδυασμοί αντίθετων μεταξύ τους υλικών, όπως δαντέλα με δέρμα, σατέν με μέταλλο, χαρίζουν αισθησιασμό και αυτοπεποίθηση. Οι υφές, άλλοτε γυαλιστερές και άλλοτε ματ, προδίδουν την επεξεργασία και το savoir-faire της προσαρμογής τους στο σώμα, με έμφαση στους ώμους και στη μέση, στοιχεία που αντανακλούν τη βικτωριανή εποχή και τις δεκαετίες του 1940 και του 1980. Αποδεικνύουν, τελικά, ότι ο Theyskens γύρισε στις ρίζες του, στον πειραματισμό με την έννοια της φόρμας και στο αρχέτυπο της γυναίκας για το οποίο τον είχαμε αγαπήσει. Συμφωνεί. «Πράγματι, διαθέτει στοιχεία από αυτές τις δεκαετίες, δεν είναι όμως αντιγραφή. Μπορεί να θυμίζει τα ’40s για παράδειγμα, ωστόσο η προσέγγιση είναι φρέσκια. Παρακολούθησα αρκετές ταινίες εκείνης της περιόδου για να παρατηρήσω τα ρούχα και να σκεφτώ μια νέα εκδοχή τους, επεμβαίνοντας στην αρχική φόρμα. Το ίδιο ισχύει για τη δεκαετία του ’80, που αντανακλάται κυρίως στα δερμάτινα κομμάτια μου. Χρησιμοποιώ στοιχεία από την κουλτούρα μου γύρω από τη μόδα, χωρίς απαραίτητα να γίνεται εσκεμμένα. Κάποια άλλα ρούχα θυμίζουν τη δεκαετία του ’50, αφού μερικά φορέματα έχουν μπάσκες, όπως και τα σακάκια. Η κατασκευή τους έγινε με διαφορετικό τρόπο, οι συνθήκες δεν είναι ίδιες με τότε».

Σε αντίθεση με άλλους σχεδιαστές, δημιουργεί ο ίδιος τα πατρόν. «Ο κύριος λόγος που αγαπώ αυτό που κάνω είναι επειδή δουλεύω με το σώμα. Μου αρέσει να βρίσκομαι σε μια παραλία όπου οι άνθρωποι είναι γυμνοί και απολαμβάνουν τον ήλιο. Οι διαφορετικές αναλογίες είναι κάτι εκπληκτικό, που με εμπνέει. Πιστεύω πως γνωρίζω το σώμα αρκετά καλά, πάνε χρόνια που δημιουργώ πάνω σε αυτό. Χωρίς το σώμα δεν μπορώ να σχεδιάσω κανένα ρούχο. Φυσικά, μπορώ να σχεδιάσω όγκους σε ένα χαρτί, που όμως δεν θα έχουν συνέπεια αν δεν φορεθούν. Για μένα η σχέση ρούχου-σώματος είναι φυσική και αποκτά περισσότερο ενδιαφέρον όταν κανείς ξεφεύγει από την αρχιτεκτονική ή το περίγραμμα, επιτρέποντας μια ίσως πιο ελεύθερη μετάφραση του σώματος με βάση τη φαντασία και όχι τις ακριβείς του αναλογίες».

Ένα αίνιγμα που καλούνται να λύσουν σχεδιαστές όπως o Theyskens είναι να βρουν το σημείο που τους τοποθετεί το ευρύ κοινό στον χάρτη της μόδας. Με την άνοδο του streetwear, σύντομα ίσως να μην υπάρχει χώρος για μόδιστρους με την κλασική έννοια. Σήμερα, πολυτέλεια μπορεί να είναι ένα Τ-shirt ή ένα hoodie. Διαφωνεί. «Νομίζω ότι τίποτα δεν σκοτώνει τη μόδα, επειδή παρουσιάζει συνεχή εξέλιξη. Είναι όπως ένα χταπόδι. Ίσως το πλοκάμι του streetwear να μάκρυνε λίγο περισσότερο (γέλια), αλλά αυτό μπορεί να αλλάξει ανά πάσα στιγμή. Παρακολουθώ τι συμβαίνει στον δρόμο με μεγάλο ενδιαφέρον. Όλα όμως είναι υπό εξέλιξη, σύντομα θα δούμε άλλου είδους εκφράσεις, ίσως κάτι πιο δομημένο ή κομψό, ποιος ξέρει; Ας μην ξεχνάμε πως πρόκειται για την αντανάκλαση του τρόπου ζωής μας, διαφορετικά το streetwear δεν θα είχε θέση στην κοινωνία μας για πολλά χρόνια».

 


FW19/20
©Filep Motwary

Στην εποχή που οι περισσότεροι σχεδιαστές εξαργυρώνουν την επιτυχία με τα Instagram likes, εκείνος είναι επιφυλακτικός. «Η επιθυμία κάποιου να βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής είναι ανθρώπινη. Η μόδα σε προσωπικό επίπεδο πραγματεύεται το πώς παρουσιάζουμε τον εαυτό μας στους άλλους βάσει του στιλ, των πεποιθήσεων και της στάσης ζωής μας. Δεν έχει αλλάξει ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε αυτούς οι οποίοι αγαπούν τη μόδα, είναι όπως παλιά: παγόνια που βολτάρουν στους δρόμους».

Τον Οκτώβριο του 2017 και για έξι μήνες, το μουσείο μόδας της Αμβέρσας (MoMu) τίμησε την 20χρονη πορεία του Olivier Theyskens με την αναδρομική έκθεση She walks in Beauty, ενώ παράλληλα κυκλοφόρησε ένα άλμπουμ με τις καλύτερες στιγμές του. Τότε ο σχεδιαστής συνεργάστηκε, μεταξύ άλλων, με την Ελληνίδα επιμελήτρια και ιστορικό μόδας Λυδία Καμίτση, με την οποία ανέπτυξε μια δυνατή φιλία. Μια δεύτερη έκθεση γι’ αυτόν εγκαινιάστηκε φέτος στο Μουσείο Μόδας και Δαντέλας στο Καλαί. «Όταν με προσέγγισαν, είχαν ήδη ζητήσει από τη Λυδία να την επιμεληθεί. Δεχτήκαμε με χαρά. Την αγαπώ, τρέφουμε μεγάλο σεβασμό ο ένας για τον άλλο. Τον τίτλο της μονογραφίας, Olivier Theyskens: In Praesentia –στα λατινικά “Κατά την Παρουσία”–, τον εμπνεύστηκε εκείνη βλέποντάς με καθημερινά σε όλη τη διαδικασία. Η έκθεση δεν αντιμετωπίζει τη δουλειά μου χρονολογικά, αλλά εστιάζει στη νοσταλγία, στο μαύρο που αγαπώ ιδιαίτερα, στα υλικά και στις τεχνικές που χρησιμοποιώ. Έτσι, δίνεται στους επισκέπτες η ευκαιρία να γνωρίσουν περισσότερες πτυχές του έργου μου και να βιώσουν τον διάλογο μεταξύ των ρούχων που έκανα τότε με τα σημερινά».

Η πόρτα του γραφείου του χτυπά και μας ανακοινώνουν την άφιξη της Linda Fargo από το Bergdorf Goodman. Πριν τους αφήσω, ζητώ την άποψή του για τη σύγχρονη μόδα. Μου λέει πως τον χαροποιεί που, επιτέλους, όλο και περισσότερος κόσμος έχει τη δυνατότητα να την παρακολουθήσει μέσα από τα social media. «Με αυτή τη νέα εξέλιξη δεν χρειάζεται να σχεδιάζω συλλογές φιλοδοξώντας να δω άμεσα κάποιον να φοράει τις δημιουργίες μου στον δρόμο. Μια εικόνα στο Instagram αρκεί. Τόσο θετικός είμαι», καταλήγει.

* Η έκθεση Olivier Theyskens, In Praesentia θα διαρκέσει μέχρι τις 5 Ιανουαρίου 2020. 

Παρακολουθήστε εδώ το αποκλειστικό βίντεο της συνέντευξης με τον Olivier Theyskens.