Evangelos Dimopoulos
Evangelos Dimopoulos
Evangelos Dimopoulos

Δάφνη Μπεχτσή, τι τίτλο θα είχε στο CINOBO η ζωή σου;

Μια αποκλειστική συνέντευξη από τον Ευθύμιο Σαββάκη.

Περίπλοκοι πολυκύτταροι οργανισμοί. Παράσιτα που προκαλούν ελονοσία, τοξόπλασμα, νοσήματα που πλήττουν εκατομμύρια ανθρώπους. Ο κόσμος της Δάφνης Μπεχτσή μέχρι πριν από ενάμιση χρόνο ήταν βουτηγμένος σε οθόνες και μικροσκόπια. Μέχρι η αριστούχος Υποψ. Διδάκτωρ της μοριακής παρασιτολογίας να πάρει την απόφαση να ερευνήσει από το «μικροσκόπιο» της μεγάλης οθόνης πώς θα αντιδρούσε η Ελλάδα σε ένα πείραμα όπου το ποιοτικό σινεμά θα ήταν συγκεντρωμένο και άμεσα προσβάσιμο σε μία πλατφόρμα. Τα αποτελέσματα γέννησαν, στις πρώτες ημέρες της καραντίνας, το CINOBO. Την πρώτη ελληνική streaming πλατφόρμα με ταινίες – διαμαντάκια από δεκάδες Φεστιβάλ του κόσμου κι όχι μόνο. Μα κυρίως ένα σινεμά χωρίς σύνορα. Για αυτούς που λατρεύουν να ζουν «χωρίς μοτίβα και περιορισμούς». Το μαγνητόφωνο άρχισε να γράφει.


©Evangelos Dimopoulos

Η παιδική μου ηλικία ήταν γεμάτη κόκκινα χρώματα. Νιώθω ότι με αντιπροσωπεύει το κόκκινο. Πολλή ένταση, πολλά συναισθήματα, πολλές αναμνήσεις. Όπως η πρώτη μυρωδιά του σχολικού θρανίου στο Δημοτικό και η γεύση του σοκολατούχου λίγο πριν από τα μαθήματα μουσικής κάθε Σάββατο, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Το πρόγραμμα της Κυριακής, από την άλλη, είχε σινεμά με τον μπαμπά. Και μπόλικο Arcade.

Το οικογενειακό μας video club βρισκόταν στην Αγίου Δημητρίου. Εκεί μεγάλωσα ουσιαστικά. Ανάμεσα σε ράφια και VHS βρήκα τον πρώτο μου έρωτα. Το σινεμά. Σκέψου σε πόσο υλικό είχα δωρεάν πρόσβαση. Ένιωθα ο πιο τυχερός άνθρωπος του κόσμου. Μπορεί και να ήμουν.

Ως παιδί αλλά και ως έφηβη, ήμουν πολύ επαναστατικό πνεύμα και με πολλά ενδιαφέροντα. Θέατρο, μουσική, αθλήματα, ξένες γλώσσες. Ό,τι μπορείς να φανταστείς. Μεγαλώνοντας, ως τέρας αντιδραστικότητας, είχε θεσπίσει ως κριτήριο των αποφάσεών μου τη διαφοροποίηση από τους δικούς μου. Ήθελα να χαράξω τον δικό μου δρόμο, να μη βολευτώ στην οικογενειακή επιχείρηση. Όταν ήρθε η ώρα να οριστικοποιήσω τί θέλω να κάνω, είχα αρχίσει να βρίσκω ενδιαφέρον το μάθημα της Βιολογίας και όπως πολλοί 17χρονοι επέλεξα το μέλλον μου με κριτήριο την περιέργεια. Έτσι, έδωσα Πανελλήνιες και πέρασα στο Τμήμα Βιολογίας στη Θεσσαλονίκη. Μεγάλη ανακούφιση. Ήμουν αποφασισμένη, όμως, να σπουδάσω στο εξωτερικό. Με δέχτηκαν στην πρώτη μου επιλογή, στο Πανεπιστήμιο της Γλασκόβης και συγκεκριμένα σε ένα προπτυχιακό πρόγραμμα που συνδυάζει τον προγραμματισμό με τη βιολογία. Με τα χρόνια εξειδικεύτηκα στη Μοριακή Παρασιτολογία.

Στη Γλασκόβη έμεινα στο δυτικό κομμάτι της, σε μία περιοχή που ονομάζεται Finnieston και είναι το απόλυτο παράδειγμα του «gentrification». Πριν από μία οκταετία ήταν γεμάτη αποθήκες και ξαφνικά μετατράπηκε στην πιο hot γειτονιά με εναλλακτικά μπαρ. Χαίρομαι που την πέτυχα στη μετάβασή της. Μου άρεσε η ζωή στη Σκωτία. Βασικά, τη λάτρευα. Οι Σκωτσέζοι μοιάζουν πολύ με τους Έλληνες. Είναι «έξω καρδιά», φιλόξενοι και ευθείς.


©Evangelos Dimopoulos

Στη διάρκεια του διδακτορικού μου, όμως, άρχισα να νιώθω ότι μου έλειπε η αλληλεπίδραση με τον κόσμο και η δημιουργικότητα. Άρχισα να ψάχνομαι. Σταμάτησα το διδακτορικό και αποφάσισα να βοηθήσω έναν φίλο στο business plan μιας boutique πιτσαρίας από το μηδέν! Μου άρεσε πολύ. Όλα περνούσαν από τα χέρια μου. Τα λογιστικά, το πλάνο, οι παραγγελίες, το μενού, μέχρι και το σέρβις. Είχα γνωρίσει τον κόσμο του Business. Και μου έκλεισε το μάτι! Εκείνο το διάστημα γεννήθηκε η παράλληλη ενασχόληση με την ιδέα για το CINOBO μαζί με ένα δίλημμα για τα επόμενα βήματα. Σκέφτηκα «ή τώρα ή ποτέ». Επέλεξα το πρώτο.

CINOBO σημαίνει «Cinema no borders». Δεν θα μπορούσε να υπάρχει καλύτερος ορισμός για αυτό που κάνουμε. Είναι ψυχαγωγία χωρίς όρια. Χωρίς σύνορα. Χωρίς στερεότυπα.

Η ιδέα υπήρχε από καιρό. Με τον πατέρα μου, πήγαινα πάντα στα μεγάλα φεστιβάλ κινηματογράφου λόγω της επαγγελματικής του δραστηριότητάς. Ξέφευγα. Ήταν το «getaway» μου. Επίσης, λόγω της οικογενειακής επιχείρησης, παρακολουθούσα την αγορά στην Ελλάδα και τον τρόπο διανομής των ταινιών. Με απογοήτευε ότι υπήρχε τόσο πολύ μοναδικό content που δεν έφτανε ποτέ στα μάτια του Έλληνα θεατή, γιατί το βασικό κριτήριο διανομής των ταινιών ήταν μόνο τα εισιτήρια που θα κόψουν. Ήθελα να προσφέρω μία λύση. Και τη βρήκα.

Στην αρχή, κοιτάξαμε για χρηματοδότηση από ευρωπαϊκά προγράμματα αλλά δεν υπήρχαν ευκαιρίες. Έτσι, αποφάσισα να απευθυνθώ σε έναν κύκλο ιδιωτών και επιχειρηματιών σε άλλα πεδία. Προσέγγισα διάφορες συμβουλευτικές εταιρείες και ξεκίνησα να κάνω παρουσιάσεις για την ιδέα, το όραμα και τις προοπτικές της. Η ιδέα τους φάνηκε πολύ ελκυστική. Είχα εξασφάλισα τη χρηματοδότηση!

Η ομάδα χτίστηκε πολύ μεταγενέστερα. Τον πρώτο καιρό, ήμασταν μόνο δύο άτομα. Εγώ κι ο Αλέξανδρος. Έπειτα, έπρεπε να αναζητήσω την ομάδα που θα αναλάβει την επιλογή των ταινιών, το πώς ακριβώς θα δομηθεί η πλατφόρμα, τις θεματικές και την κατηγοριοποίηση. Εάν δεν έβρισκα την κατάλληλη ομάδα για το curation, δεν θα μπορούσα να προχωρήσω στα επόμενα βήματα. Έτσι, αναζήτησα ανθρώπους που αγαπούν το σινεμά και έχουν σχετική εμπειρία και γνώσεις. Τους προσέγγισα. Μόλις άκουσαν για το CINOBO ενθουσιάστηκαν. Σήμερα είμαστε μία οικογένεια 11-12 ανθρώπων. Κάποιοι είναι parttime, κάποιοι είναι fulltime, αλλά όλοι έχουμε διαρκή επικοινωνία μεταξύ μας.


©Evangelos Dimopoulos

Το λανσάρισμα είναι μία ιστορία από μόνο του. Τον Χειμώνα του 2019 αποφασίσαμε ότι θα βγούμε online αρχές Μαρτίου. Το ανακοινώσαμε με αντίστροφη μέτρηση. Για εβδομάδες ετοιμαζόμασταν πυρετωδώς, αϋπνίες, γέλια, χαρές, πανικός, χάος, άγχος, ενθουσιασμός. Η μεγάλη ημέρα είχε φτάσει. 12 Μαρτίου. Μαζευόμαστε να γιορτάσουμε την έναρξη. Τα πληκτρολόγια έχουν πάρει φωτιά. Κοιτάει ο Θοδωρής το κινητό του. Παγώνει. «Παιδιά…». Ξαφνικά επικρατεί σιωπή. Ανακοινώνει την απόφαση κλεισίματος των θεάτρων και των αιθουσών. Μεγαλύτερη σιωπή. Ήμασταν ένα δωμάτιο γεμάτο μπερδεμένα συναισθήματα. Δεν ξέραμε αν πρέπει να χαρούμε που επιτέλους καταφέραμε να βγούμε στον αέρα ή να κλάψουμε. Το timing ήταν απίστευτο.

Αυτή τη στιγμή υπάρχουν στο CINOBO εκατοντάδες ταινίες. Είναι φοβερά δύσκολη η διαδικασία επιλογής τους και κάθε μία αποτελεί κομμάτι ενός ιδιαίτερου μωσαϊκού. Κλασικά αριστουργήματα, πολυβραβευμένα ανεξάρτητα blockbusters, αλλά και νέες ταινίες που ψάχνουμε στα Φεστιβάλ και αξίζει να ανακαλύψει κάποιος. Μωσαϊκό που μπορεί να ικανοποιήσει κάθε συνδρομητή.

Μου ζητάνε συχνά να τους προτείνω ταινίες. Είναι δεκάδες αυτές που μπορώ να προτείνω. Ίσως και εκατοντάδες. Αυτές τις ημέρες προστέθηκε στην πλατφόρμα το «Cold War» που είναι ένα πραγματικό διαμάντι, ενώ θα πρότεινα σε κάποιον να δει άμεσα και το «Babyteeth». Λατρεύω τη μουσική του. Όπως και το «The Little Death» που λάτρεψαν οι συνδρομητές μας. Αριστούργημα.


©Evangelos Dimopoulos

Συχνά παίρνουμε μηνύματα από συνδρομητές που μας συγκινούν και μας χαροποιούν, αλλά σίγουρα το αποκορύφωμα ήταν η στιγμή που λάβαμε ένα μήνα από ένα παιδί που μας ευχαριστούσε γιατί «ξαναδώσαμε ζωή» στη γιαγιά του. Το μήνυμα ακολούθησε λίγες ημέρες αφού ανέβηκε στην πλατφόρμα το ντοκιμαντέρ «Αγέραστο Στυλ (Advanced Style)» που αφηγείται τις ζωές επτά μοναδικών ηλικιωμένων γυναικών στη Νέα Υόρκη, που με το εκλεκτικό προσωπικό στυλ και το ανέμελο πνεύμα τους έχουν βρει τη δική τους ανανεωτική προσέγγιση στο θέμα των γηρατειών. Το παιδί αυτό αποφάσισε να δει το ντοκιμαντέρ με τη γιαγιά του, η οποία εμπνεύστηκε από τα fashion icons της μεγαλούπολης, γεγονός που της έδωσε ένα τρελό boost για ανανέωση. Δεν θα το ξεχάσω αυτό το μήνυμα. Όπως κι αυτό που έγραψε μία συνδρομήτρια στο Facebook ότι «οι κατηγορίες του CINOBO μοιάζει να έχουν φτιαχτεί για τους ανθρώπους που αγαπάς». Δάκρυσα όταν το διάβασα.

Προφανώς, είναι πρακτικά αδύνατο να καταλήξουν όλες οι ταινίες σε μία κινηματογραφική αίθουσα και να βρουν την πραγματική δυναμική τους στη μία ή στις δύο εβδομάδες προβολής τους. Αυτός είναι κι ο λόγος που δημιουργήθηκε το Cinobo. Συγχρόνως έχει αυξηθεί και ο αριθμός των consolidated υπηρεσιών, όπως το Netflix. Δηλαδή υπηρεσίες που προσφέρουν ποικίλο περιεχόμενο. Είναι μία τάση που δεν ξέρω πού θα καταλήξει ή πού μπορεί να οδηγήσει. Πάντως, θεωρώ ότι στο σινεμά, οι streaming υπηρεσίες λειτουργούν συμπληρωματικά και ως ένα βαθμό μπορεί να δώσουν νέα πνοή στην κινηματογραφική ζωή γιατί χαρίζουν μία ευκαιρία στον κόσμο που είχε αποκοπεί από τις αίθουσες να επανεξετάσει και να αγαπήσει το περιεχόμενο. Ξανά.

Δεν ξέρω πώς θα είναι το CINOBO το 2030. Εάν θα είναι μέρος ενός άλλου global service, εάν θα δραστηριοποιείται στην παραγωγή ή εάν θα επεκταθεί στο εξωτερικό. Είναι πάντα επισφαλείς οι μακροχρόνιες προβλέψεις. Εάν όλα πάνε καλά, φαντάζομαι ότι σε 10 χρόνια θα συνεχίσει να ξεχωρίζει για την επιλογή, την επιμέλεια και την ποιότητα του περιεχομένου του. Η εξειδίκευση της ομάδας μας αφορά κυρίως την αγάπη και τη μοναδικότητα του ανεξάρτητου σινεμά. Αυτό είναι ένα στοιχείο που δεν υπάρχει περίπτωση να αλλοιωθεί. Αλλά ακόμα είναι πολύ νωρίς, δεν έχουμε καν σβήσει το πρώτο μας κεράκι.

Κεράκι που έσβησα πριν από λίγο καιρό στην Αθήνα. Ένας χρόνος. Και κάτι ψιλά. Από την πρώτη μέρα στα Εξάρχεια. Ήρθα με μία βαλίτσα στην αδερφή μου τη Σοφία. Τους πρώτους έξι μήνες δεν μπορούσα να πάρω ανάσα. Οι ταχύτητες που απαιτούσε το project για να συμβαδίσω με το κόστος και τους χρόνους ήταν ασύλληπτες. Δεν κατάλαβα καραντίνα. Δεν άλλαξε κάτι ουσιαστικό στην καθημερινότητά μου. Είχα συνηθίσει στην postapocalyptic συνθήκη. Τώρα πια, μένω μόνη μου στα Εξάρχεια, στη Βαλτετσίου. Είναι σαν να ζω σε ένα μικρό νησάκι. Τη λατρεύω. Ποτίζω τα φυτά μου, πίνω τις μπίρες μου, τριγυρνάω.

Αν η ζωή μου ήταν ταινία θα δυσκολευόμουν να βρω τίτλο. «Two water melons under the same armpit». Θα μου ταίριαζε γάντι. Όπως και το «Dafni – A Practical Manual to solving other people’s lives…», ίσως και το «What would a day look like if it had 67 hours». Περισσότερα εισιτήρια ίσως έκοβαν, βέβαια, το «Solution full» ή το «Damn it, my Cataracts». Πρέπει να το σκεφτώ σοβαρά.

Νομίζω πως θα πλήρωνα για να τη δω. Μου αρέσει η σχέση που έχω με τους ανθρώπους, μου αρέσει να «πειραματίζομαι», να δουλεύω, να διασκεδάζω. Μου αρέσει να ζω. Πολλές φορές σκέφτομαι ότι θα έπρεπε να τα γράφω αυτά που ζω. Το σενάριο υπάρχει και σίγουρα είναι γεμάτο ανατροπές, αλλά δε φτάνει μόνο αυτό. Χρειάζεται κι έναν καλό σκηνοθέτη. Εξαρτάται, λοιπόν, από το ποιος θα τη σκηνοθετούσε.

Διαβάστε επίσης | The politics of style: Για να χαρακτηριστεί μια γυναίκα icon πρέπει να έχει φωνή

Scroll to Top