Δεν είναι εύκολο να γεμίσεις το Hyde Park. Ακόμη πιο δύσκολο είναι να κρατήσεις αμείωτο το ενδιαφέρον δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων για δύο ώρες, όταν η καριέρα σου πλησιάζει τα πενήντα χρόνια. Οι Duran Duran το κατάφεραν χωρίς να στηριχθούν στη νοσταλγία. Δεν ανέβηκαν στη σκηνή ως ένα θρυλικό συγκρότημα που θυμάται τα παλιά, αλλά ως ένα συγκρότημα που εξακολουθεί να έχει θέση στο σήμερα. Αυτή είναι και η μεγάλη τους διαφορά.
Πέρασα επτά ώρες στο BST Hyde Park, παρακολουθώντας ένα line-up που μόνο τυχαίο δεν ήταν. Οι Scissor Sisters και ο Nile Rodgers με τους CHIC δεν βρέθηκαν εκεί μόνο ως εξαιρετικοί καλλιτέχνες. Είναι άνθρωποι με πραγματική, δημιουργική σχέση με τους Duran Duran, κομμάτι της ίδιας μουσικής ιστορίας και αισθητικής. Η Melanie C συμπλήρωσε ιδανικά το πρόγραμμα, πριν η σκηνή ανήκει ολοκληρωτικά στους Simon Le Bon, Nick Rhodes, John Taylor και Roger Taylor.

Το set list ήταν από τα πιο ολοκληρωμένα που έχουν παρουσιάσει ποτέ. Is There Something I Should Know?, Hungry Like The Wolf, A View To A Kill, Ordinary World, Come Undone, Planet Earth, The Wild Boys, Girls on Film, Save A Prayer και το αποθεωτικό Rio. Δεν υπήρξε ούτε μία στιγμή που να έπεσε ο ρυθμός. Κάθε τραγούδι θύμιζε γιατί αυτός ο κατάλογος επιτυχιών παραμένει σημείο αναφοράς στην ιστορία της pop.
Η στιγμή που ο Nile Rodgers ανέβηκε στη σκηνή ήταν από τις πιο δυνατές της βραδιάς.

Ντυμένος με Chanel και με τη χαρακτηριστική ανεπιτήδευτη κομψότητά του, ένωσε ξανά τις δυνάμεις του με τους Duran Duran στο εμβληματικό Notorious, το τραγούδι που τους συνδέει δημιουργικά εδώ και σαράντα χρόνια. Λίγο αργότερα παρουσίασαν μαζί και το καινούργιο Free To Love, αποδεικνύοντας πως η συνεργασία τους δεν ανήκει στο παρελθόν αλλά συνεχίζει να εξελίσσεται. Η δημιουργικότητα, όταν είναι αληθινή, δεν γνωρίζει ηλικία.

Ο Simon Le Bon παραμένει ένας από τους σημαντικότερους frontmen όλων των εποχών. Χαρισματικός, ευφυής, με εκείνο το λεπτό βρετανικό χιούμορ και την άνεση που δεν διδάσκονται. Η φωνή του εξακολουθεί να έχει δύναμη, συναίσθημα και προσωπικότητα. Δεν ερμηνεύει απλώς τα τραγούδια. Τα ζει μαζί με το κοινό και επιβεβαιώνει γιατί εξακολουθεί να αποτελεί μέτρο σύγκρισης για κάθε frontman που ακολούθησε.
Ο John Taylor παραμένει ίσως ο πιο γοητευτικός μπασίστας της rock. Τα χαρακτηριστικά ξανθά μαλλιά του είναι σχεδόν το ίδιο εμβληματικά με το παίξιμό του. Η λατρεία του κοινού δεν έχει μειωθεί ούτε στο ελάχιστο. Γυναίκες κάθε ηλικίας είχαν φτάσει από νωρίς, πολλές καθισμένες πάνω σε κουβέρτες μπροστά στη σκηνή, περιμένοντας υπομονετικά τη στιγμή που θα εμφανιστεί. Σαράντα και πλέον χρόνια μετά, εξακολουθεί να προκαλεί ακριβώς την ίδια αίσθηση.

Ο Nick Rhodes εξακολουθεί να είναι ο άνθρωπος που καθορίζει την αισθητική των Duran Duran. Ο αρχιτέκτονας του ήχου και της εικόνας τους. Λίγες ώρες πριν από τη συναυλία δημοσίευσε μια backstage φωτογραφία γράφοντας: «Here’s an image of me backstage in the suit Jeffrey Bryant designed for me.» Με το κοστούμι που σχεδίασε ο Jeffrey Bryant απέδειξε για ακόμη μία φορά ότι το προσωπικό στιλ δεν ακολουθεί τη μόδα· τη δημιουργεί. Η παρουσία του παραμένει αριστοκρατική, μυστηριώδης και απόλυτα αναγνωρίσιμη. Κάθε ήχος από τα synthesizers του θυμίζει γιατί οι Duran Duran άλλαξαν για πάντα τον ήχο της σύγχρονης pop.
Το μεγαλύτερο επίτευγμά τους, όμως, δεν είναι οι αμέτρητες επιτυχίες ούτε τα εκατομμύρια δίσκων που έχουν πουλήσει. Είναι ότι δεν προσπάθησαν ποτέ να μοιάσουν σε κανέναν. Δεν ακολούθησαν τάσεις. Δεν κυνήγησαν τα social media. Δεν αναζήτησαν έναν εύκολο τρόπο να παραμείνουν επίκαιροι. Ήταν οι ίδιοι οι game changers. Άλλαξαν τη σχέση της μουσικής με τη μόδα, τη φωτογραφία, τα μουσικά βίντεο και την εικόνα ενός ολόκληρου καλλιτεχνικού κινήματος.

Αυτός είναι και ο λόγος που σήμερα βλέπεις στο κοινό χιλιάδες νέους ανθρώπους που δεν είχαν καν γεννηθεί όταν κυκλοφόρησαν το Rio ή το The Reflex. Δεν βρίσκονται εκεί από υποχρέωση απέναντι στους γονείς τους. Βρίσκονται γιατί αναγνωρίζουν την αυθεντικότητα. Και η αυθεντικότητα δεν παλιώνει ποτέ.
Οι Duran Duran δεν επιβίωσαν απλώς στον χρόνο. Κέρδισαν τον χρόνο. Παραμένουν επίκαιροι επειδή έμειναν πιστοί στην ταυτότητά τους, στην αισθητική τους και στην ποιότητά τους. Δεν ακολούθησαν ποτέ κανέναν. Ήταν εκείνοι που έδειξαν τον δρόμο. Και γι’ αυτό, σχεδόν μισό αιώνα μετά, συνεχίζουν να κερδίζουν όχι μόνο την αγάπη όσων μεγάλωσαν μαζί τους, αλλά και τον σεβασμό μιας νέας γενιάς που αναγνωρίζει την πραγματική κλάση όταν τη συναντά.




