Grace Coddington: Η θρυλική Creative Director της αμερικανικής Vogue μιλάει στη Vogue Greece

Share on facebook
Share on linkedin
Share on pinterest

Grace Coddington: Η θρυλική Creative Director της αμερικανικής Vogue μιλάει στη Vogue Greece

Share on facebook
Share on linkedin
Share on pinterest
shutterstock
shutterstock

Μιλώντας για θρύλους, δεν γίνεται να μη σταθούμε στην Grace Coddington, τη γυναίκα που ευθύνεται για τη δημιουργία των πιο ευφάνταστων editorials στην ιστορία της σύγχρονης μόδας. Η Θάλεια Καραφυλλίδου μίλησε μαζί της και εντυπωσιάστηκε από το πνεύμα και την ευγένειά της.

Δύο είναι οι πιο αναγνωρίσιμες κουπ στη βιομηχανία της μόδας: το αυστηρό bob της Anna Wintour και η κατακόκκινη –frizzy όπως την περιγράφει η ίδια– κόμη τής επί 25 χρόνια Creative Director της, Grace Coddington. Η γυναίκα-θρύλος, που έγινε γνωστή στο ευρύ κοινό από το ντοκιμαντέρ του R. J. Cutler, Τhe September issue, βρίσκεται στον χώρο της μόδας σχεδόν έξι δεκαετίες, ξεκινώντας από μοντέλο στα μέσα του 1960 στο Λονδίνο και στη συνέχεια ως στιλίστρια και fashion editor στη βρετανική Vogue, επί Beatrix Miller, αλλά και στην αμερικανική.

Η Grace Coddington είναι μια ρομαντική ηρωίδα που ονειρεύεται συνεχώς, φτιάχνει φανταστικούς κόσμους, οργανώνει τα πάντα στην εντέλεια και δημιουργεί μαγεία. Λατρεύει τη μόδα και την ομορφιά όσο λίγοι άνθρωποι στον κόσμο. Όπως λέει και ο Nicolas Ghesquière, η δουλειά της εσωκλείει το πνεύμα κάποιου που ερωτεύεται με την ιδέα του έρωτα –είτε αυτό σημαίνει αιώνια ευτυχία είτε κατασπάραγμα της ψυχής–, και εμποτίζει τα concepts της με μεγάλες δόσεις παραμυθιού και φαντασίας.

Όταν αποφασίσαμε να αφιερώσουμε το τεύχος Οκτωβρίου στο διαχρονικό στιλ, ήξερα ότι η κεντρική μας συνέντευξη έπρεπε να είναι η Grace, η πιο σημαντική Creative Director του 21ου αιώνα. Στην άλλη άκρη της γραμμής την ακούω προβληματισμένη και ανήσυχη: «Στη Νέα Υόρκη οι αριθμοί των κρουσμάτων μειώνονται, αλλά στην υπόλοιπη χώρα η κατάσταση είναι πολύ δύσκολη. Φαίνεται ότι τίποτα και κανένας δεν μπορεί να ενωθεί αυτή τη στιγμή, όλα και όλοι απομακρύνονται και διαλύονται. Οι άνθρωποι χάνουν τις δουλειές τους, τα σπίτια τους. Είναι πολύ στενάχωρο να ζεις στην Αμερική αυτή τη στιγμή. Εγώ είμαι μία από τους πολύ τυχερούς. Έχω ένα “πρόσωπο” στη χώρα, αν και θα πρέπει να συνταξιοδοτηθώ κάποια στιγμή.

Grace Coddington Vogue Greece

©McKeown/Getty Images/Ideal Image

Από την άλλη, “τρέχουν” παράλληλα οι πολιτικές εξελίξεις. Όποιον κι αν στηρίζει κανείς στην πολιτική σκηνή των Ηνωμένων Πολιτειών, η κατάσταση είναι γενικά άσχημη και γεμάτη ανασφάλεια. Είναι πολύ πιθανό να εκλεγεί ξανά ο Donald Trump, όλο το εκλογικό σύστημα είναι με το μέρος του. Και αυτό ομολογώ ότι με φοβίζει πολύ», παραδέχεται. Τη ρωτάω τι της λείπει πιο πολύ αυτή τη δύσκολη περίοδο, που οι περισσότεροι μένουμε μακριά από τους χώρους εργασίας μας. «Μα η δουλειά μου ασφαλώς», απαντά αμέσως.

Της λέω πως είναι η μοναδική fashion editor που έχει καταφέρει να δημιουργήσει το δικό της σύμπαν και την ακούω να γελάει σχεδόν ντροπαλά. «Έχω ανάγκη τον ρομαντισμό και τη φαντασία στη ζωή μου. Τον τελευταίο καιρό, βέβαια, όλες μου οι δουλειές πατούν περισσότερο στον ρεαλισμό, αλλά όχι με την αρνητική έννοια. Εννοώ ότι μου αρέσει να βλέπω τα πράγματα περισσότερο μέσα από μια ντοκιμαντερίστικη οπτική. Εγώ ποτέ δεν έκανα styling με τη στενή έννοια του όρου. Προσπαθούσα να δημιουργήσω περισσότερο μια κατάσταση που να αποπνέει άνεση, να μην είναι εξτρίμ και να αντιπροσωπεύει όσο γίνεται περισσότερο την πραγματικότητα. Σίγουρα, όμως, αγαπώ τα παραμύθια. Το styling των δεκαετιών του ’30 και του ’40 ήταν απίθανο και άφηνε μεγάλα περιθώρια στη φαντασία.

Σήμερα νομίζω ότι γίνεται με μεγαλύτερη υπευθυνότητα, περισσότερο συνειδητά», εκτιμά. Αναρωτιέμαι πώς κρίνει το στιλ των σύγχρονων γυναικών. «Όταν ήμουν παιδί, υπήρχε ένας έντονος διαχωρισμός στον τρόπο με τον οποίο ντύνονταν οι μεγαλύτερες και οι μικρότερες ηλικίες. Νομίζω ότι αυτό επανέρχεται, γιατί μέχρι τώρα δεν ξεχώριζε τίποτα στο ντύσιμο μιας ώριμης από μια νεαρή γυναίκα. Όταν μια πενηντάρα φοράει μίνι φούστα, θα υπάρξουν πολλοί που θα την κατακρίνουν. Παλιά δεν συνέβαινε αυτό. Έλεγε η πενηντάρα: “Δεν τρέχει τίποτα, μπορεί ο καθένας να φοράει τα πάντα”. Κατά τη γνώμη μου δεν πρέπει να ανησυχεί καμία γυναίκα για την ηλικία της, πρέπει να την αγκαλιάζει, χωρίς να σημαίνει ότι είναι εκτός μόδας.

Κοιτάζω, για παράδειγμα, τη δική μου γκαρνταρόμπα και μου αρέσει η μινιμαλιστική της προσέγγιση. Συνήθως φοράω πολύ απλά ρούχα, παντελόνι και μπλούζα, κάπως σαν στολή. Αγοράζω σταθερά μπλούζες Prada σε πολύ απλά σχέδια, κυρίως μαύρες και άσπρες, αλλά πού και πού και σε έντονα χρώματα. Δεν είναι πολύ ενδιαφέρων ο τρόπος που ντύνομαι αυτή την εποχή, είμαι αρκετά μεγάλη για να δοκιμάσω να ντυθώ έξυπνα. Κυρίως όμως, επειδή έχω ιδιαίτερα προβληματικά πόδια, φοράω sneakers, τα οποία είναι τόσο μοδάτα, ώστε θεωρούμαι cool που τα προτιμώ».

Η συζήτησή μας φτάνει στους νέους σχεδιαστές που έχει ξεχωρίσει. «Μου αρέσει που βλέπω όλους αυτούς τους νέους –και ειδικά τους μαύρους– οι οποίοι φτιάχνουν ρούχα που ταιριάζουν στο νεαρό της ηλικίας τους και δημιουργούν μια εντυπωσιακή αντίθεση με το χρώμα του δέρματός τους. Πιστεύω πολύ στους μαύρους σχεδιαστές, στις δημιουργικές τους ιδέες, όμως, δυστυχώς, για χρόνια τούς είχαμε στο περιθώριο. Θεωρώ ότι ήρθε η ώρα να τους ανοίξουμε την πόρτα και να τους δώσουμε τις ίδιες ευκαιρίες ανέλιξης που έχει ένας λευκός, αλλιώς κινδυνεύουν να εξαφανιστούν από τον χάρτη».

Την ώρα που μιλάμε, εμφανίζονται στο Instagram feed μου τα νέα εξώφυλλα από τρία διαφορετικά περιοδικά μόδας και ξεκινάμε να τα σχολιάζουμε. «Υπάρχουν πάρα πολλά περιοδικά μόδας και νομίζω ότι πλέον είναι λίγο βαρετό αυτό για τους αναγνώστες. Αν κοιτάξουμε πίσω, στις δεκαετίες του ’30 και του ’40, θα δούμε ότι υπήρχαν μόλις δύο και ήταν ιδιαίτερα και ξεχωριστά. Τα layouts των σημερινών εντύπων έχουν γίνει τόσο διαφορετικά, επειδή οι άνθρωποι έχουν συνηθίσει να βλέπουν websites. Έχουν συνηθίσει να εναλλάσσονται άπειρα αντικείμενα καθώς σκρολάρουν, και έτσι τα περιοδικά αναγκάζονται να βάλουν άπειρα αντικείμενα στις σελίδες τους, αλλιώς κανείς δεν θα τις προσέξει.


©Peter Rand for Vogue UK, September 1962.

Εγώ λατρεύω τα βιβλία και τα περιοδικά, μου αρέσει τα γυρίζω τις σελίδες προσεκτικά, να στέκομαι σε αυτές, να μυρίζω το χαρτί. Σήμερα, δεν νομίζω ότι αφορούν πολύ τον νέο κόσμο τα έντυπα. Διαβάζουν περισσότερο τα posts στο Instagram παρά εφημερίδες. Ασπάζονται γνώμες ανθρώπων που δεν είναι ειδικοί, αλλά δηλώνουν influencers, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Τα πάντα περιστρέφονται γύρω από την τεχνολογία, και προσωπικά δεν έχω καμία σχέση με τον ψηφιακό κόσμο. Δεν έχω καν laptop ούτε με ενδιαφέρει να αποκτήσω. Το βρίσκω εξαιρετικά βαρετό. Η βοηθός μου διευθετεί τα πάντα μέσα από το δικό της. Πραγματικά δεν μπορώ να καταλάβω καθόλου αυτόν τον τρόπο εργασίας. Όλα τρέχουν με ιλιγγιώδη ταχύτητα και δεν μπορώ να ακολουθήσω αυτόν τον ρυθμό. Μου φαίνεται ασυνήθιστος. Θέλω να δίνω χρόνο και χώρο στα πράγματα για να αναπτυχθούν, φοβούμενη ότι μπορεί να προσπεράσω κάτι που αξίζει να αναδειχθεί.

Υπάρχει πάντα κάτι που μπορεί να κρύβεται στη γωνία και να μην το έχουμε ανακαλύψει, έτσι που τρέχουμε να προλάβουμε τα πάντα. Τα social media είναι υπεύθυνα για τόσα κακά, και αυτό είναι λυπηρό. Άνοιξα λογαριασμό στο Instagram πριν από μερικά χρόνια, γιατί λάνσαρα ένα άρωμα και συνειδητοποίησα ότι δεν έχω άλλο τρόπο για να το προωθήσω. Βρήκα τόσο αγχωτική τη διαδικασία, που τελικά το έκανε κάποιος άλλος για μένα. Όταν στη συνέχεια έγινα freelancer, κατάλαβα ότι οι followers παίζουν σημαντικό ρόλο. Αυτό είναι πια το κριτήριο για να κλείσεις μια δουλειά και όχι τόσο το ταλέντο. Πόσο λυπηρό».

Ακούγοντάς τη, σχεδόν δεν μπορώ να πιστέψω ότι, ακόμα κι αν είσαι η Grace Coddington, οι εταιρείες θα σε ρωτήσουν πόσους followers έχεις για να σου δώσουν τη δουλειά. Πράγματι, είναι λυπηρό. Στο γραφείο μου έχω τα λευκώματά της Grace: A Memoir και Grace: The American Vogue Years, με όλες τις συγκλονιστικές δουλειές της, που αποτελούν σημεία αναφοράς για τους απανταχού λάτρεις της μόδας. Τη ρωτάω γι’ αυτές που τη σημάδεψαν και μονομιάς με ρωτάει: «Εσένα ποια σου άρεσε;». Η απάντησή μου έρχεται σε δευτερόλεπτα: η Alice in Wonderland με τη Natalia Vodianova, τον Tom Ford, τον Nicolas Ghesquière, τον John Galliano, τον Κarl Lagerfeld, την Donatella Versace, τον Jean Paul Gaultier, τον Marc Jacobs, τους Viktor & Rolf και τον Christian Lacroix.

«Ω, ναι. To editorial αυτό, με φωτογράφο την Annie Leibovitz, τον Δεκέμβριο του 2003, είναι από τα αγαπημένα μου. Είναι από αυτές τις δουλειές που κάνεις μόνο μία φορά στη ζωή σου, αν μιλάμε για την αρτιότητα. Είναι πιο απολαυστικό για μένα να δημιουργώ κάτι από το μηδέν, να επινοώ έναν ολόκληρο καινούργιο πλανήτη που όμοιός του δεν υπάρχει. Υπάρχουν, βέβαια, πολλές δουλειές μου που αγαπώ και μ’ έναν τρόπο τις θεωρώ εμβληματικές. Είχα την τύχη να συνεργαστώ με όλους τους μεγάλους φωτογράφους και να δημιουργήσουμε πολύ όμορφες ιστορίες – με τον Arthur Elgort, τον Steven Klein, την Annie Leibovitz, τον Peter Lindbergh, τον Steven Meisel, τον Irving Penn… Ήθελα πολύ να δουλέψω με τον Irving. Πίστευα ότι θα συνέβαινε όταν δούλευα στη βρετανική Vogue, προσπαθούσα να τον πετύχω στα studios όπου δούλευε. Εκείνη την περίοδο φωτογράφιζε τριαντάφυλλα».

Όπως αυτό στο εξώφυλλο της αμερικανικής έκδοσης τον Ιούνιο, σωστά; «Ακριβώς», μου λέει. «Δεν ήξερα πώς έμοιαζε, οπότε δεν ήξερα ποιον αναζητούσα. Εκεί που καθόμουν μια μέρα στον διάδρομο του περιοδικού, ελπίζοντας ότι θα τον συναντήσω, είδα έναν άνδρα να περνάει δίπλα μου φορώντας ένα πολύ απλό μπλουζάκι και τζιν, και ξαφνικά άκουσα κάποιον να μου λέει: “Αυτός είναι ο Irvin”. Δεν έμοιαζε όπως οι περισσότεροι φωτογράφοι εκείνης της εποχής, περνούσε απαρατήρητος. Όμως, δούλεψα επιτέλους μαζί του μέσω του Calvin Klein και κάναμε πολύ όμορφες καταχωρίσεις μαζί.

Φυσικά, ήθελα να δουλέψω και με τον Richard Avedon, αλλά δεν ήταν γραφτό μας. Δεν συνεργαζόταν με τη βρετανική Vogue και, όταν εγώ πήγα στην αμερικανική, δεν δούλευε για καμία από τις δύο. Στάθηκα τυχερή, όμως, με τον Guy Bourdin και τον Helmut Newton, και ως μοντέλο και ως editor. Νομίζω ότι έχω δουλέψει με όλους αυτούς που ήθελα». Σταματάει, πίνει μια γουλιά νερό και συνεχίζει, χειμαρρώδης. Καθώς την ακούω, σκέφτομαι ότι αυτή η γυναίκα έχει δημιουργήσει και ζήσει τις πιο μαγικές ιστορίες. «Ξεχωρίζω ένα editorial που κάναμε στο New Mexico για την Georgia O’Keeffe. Δυστυχώς, δεν κατάφερα να τη συναντήσω, καθώς ήταν πολύ μεγάλη εκείνη την εποχή και δεν ήθελε κόσμο στο σετ, μόνο τον φωτογράφο. Θα ήθελα να την είχα γνωρίσει, αλλά για μένα το πιο σημαντικό ήταν να πάρουμε τις εικόνες.

Επίσης, λατρεύω τη φωτογράφιση που κάναμε με τον Steven Klein και τη Νatalia Vodianova το 2003. Ήταν Halloween και η Natalia είχε να πάει σε ένα πάρτι μετά τη φωτογράφιση και ήθελε να ντυθεί Goldfinger. Εγώ περνούσα την ασημί περίοδό μου. Ήθελα τα πάντα ασημί – ρούχα, αξεσουάρ κ.τ.λ. Της είπα λοιπόν: “Θα σε ντύσω Silverfinger, που είναι πιο πρωτότυπο”. Και έτσι βγήκε μία από τις ωραιότερες εικόνες, μαζί με τον γιο της, τον Lucas, σε μια κουζίνα γεμάτη με κάθε λογής παιχνίδια. Από τις πιο πρόσφατες δουλειές μου ξεχωρίζω αυτές που έκανα με τον Steven. Μοιάζουν συνηθισμένες εικόνες, αλλά είναι αρκετά περίεργες. Tα τελευταία χρόνια μού αρέσει πολύ να δουλεύω με τον Edward Enninful για τη βρετανική Vogue, αλλά έχουμε κάνει πολύ όμορφες δουλειές και με τον Craig McDean και τον Αrthur Elgort. Θέλω πολύ να δουλέψω ξανά, αλλά νομίζω ότι δεν θέλει κανείς πια την “ηλικιωμένη Grace”», λέει γελώντας.

Τη ρωτάω ποια είναι τα μελλοντικά της σχέδια. «Συζητάω ήδη για ένα ντοκιμαντέρ σχετικά με τη ζωή και την καριέρα μου, αλλά έχει “παγώσει” λόγω της κατάστασης. Σκέφτομαι όμως να κυκλοφορήσω ένα ακόμα βιβλίο. Έχω κάνει τόσα πολλά πράγματα και δεν θέλω να ξεχαστούν. Βλέπω ότι οι σημερινοί στιλίστες, στην προσπάθειά τους να πειραματιστούν, χάνουν την προσωπική τους ταυτότητα και την έννοια του στιλ. Το styling δεν σημαίνει μπλέκω τα ρούχα μεταξύ τους, αλλά προσπαθώ να τα εναρμονίσω στο ύφος και στην προσωπικότητα του μοντέλου που τα φοράει και να αναδείξω τις σχεδιαστικές λεπτομέρειες του εκάστοτε σχεδιαστή.

Έκανα παλιά μια φωτογράφιση για τη βρετανική Vogue σε έναν υπέροχο κήπο με λουλούδια. Προοριζόταν για καμπάνια του Karl Lagerfeld, όμως στους διαφημιστές δεν άρεσε καθόλου, δεν είχε πολύ μέικαπ ή πολλά κοσμήματα, δεν είχε περίεργο styling. Δεν χρησιμοποίησαν, λοιπόν, τις φωτογραφίες και τελικά κάναμε την ιστορία για τη βρετανική Vogue. Και ήταν υπέροχη». Ποιους νέους στιλίστες ξεχωρίζει; «Η νέα γενιά προσπαθεί να προβοκάρει μόνο και μόνο για να το κάνει. Παίρνει τα παλτό και τα μετατρέπει σε φούστες. Κι εγώ έχω κάνει στιλιστικά τρικ, αλλά πιστεύω ότι οι σχεδιαστές ξέρουν πολύ καλύτερα τη χρησιμότητα των ρούχων τους. Το παλτό προορίζεται για να φοριέται ως παλτό», απαντά χωρίς δισταγμό. Τι θα ήθελε όμως να ξέρει ο κόσμος γι’ αυτήν, αφού έχουν γραφτεί τόσο πολλά;

«Κάτι που ίσως πρέπει να ξέρει είναι πως είμαι πάντα ανοιχτή στο να μάθω κάτι καινούργιο που θα με εξελίξει και ότι αγαπώ πολύ τη μόδα και τη φωτογραφία, αλλά μου αρέσει να ασχολούμαι μαζί τους με τον τρόπο μου. Πριν από καιρό, έκανα κάποια σεμινάρια φωτογραφίας και δημιουργίας και πραγματικά απόλαυσα την επαφή μου με τη νέα γενιά, είδα πολλούς που ήθελαν να πάρουν κάτι από την εμπειρία μου και αυτό είναι συγκινητικό. Με λένε Grace και ψάχνω για δουλειά», καταλήγει. Κι ενώ η συνομιλία μας ολοκληρώνεται και κλείνω το τηλέφωνο, σκέφτομαι ότι ο κόσμος της μόδας χρειάζεται την Grace και ανθρώπους με όραμα. Ανθρώπους ρομαντικούς, που αγαπούν αυτό που κάνουν και παθιάζονται. Που δημιουργούν σύμπαντα και μας ταξιδεύουν. Χρειαζόμαστε μαγεία στη ζωή. Και η Grace μας έμαθε πώς να τη δημιουργούμε.

Δημοσιεύθηκε στο τεύχος Οκτωβρίου 2020 της Vogue Greece.

Διαβάστε επίσης | Icons: Θα αντέξουν στον χρόνο τα σημερινά «είδωλα» με τους εκατομμύρια followers;

Scroll to Top