Be My Quarantine

Share on facebook
Share on linkedin
Share on pinterest

Be My Quarantine

Share on facebook
Share on linkedin
Share on pinterest
unsplash
unsplash

Γάμοι, χωρισμοί, εγκυμοσύνες, έρωτες και λοιπές αποφάσεις υπό τον φόβο μιας επιδημίας, υπό την πίεση μιας ασφυκτικής καθημερινότητας. Τι μας έμαθε η καραντίνα για τον έρωτα;

Υπάρχει μια φράση του Paul Valéry που για μένα συνοψίζει όλα τα «πρέπει» και τα «μη» των ανθρωπίνων σχέσεων και δη των ερωτικών: «Κάνε ό,τι θες, εφόσον μπορείς να το υφίστασαι επ’ άπειρον». Η καραντίνα μπορεί να μη διήρκεσε επ’ άπειρον, όμως το real feel για τους περισσότερους έγκλειστους ήταν συχνά αυτό της αιωνιότητας. Κι επειδή τίποτα δεν μας εξασφαλίζει ότι αυτή η «στενή», επιβεβλημένη συνθήκη δεν θα επαναληφθεί -το αντίθετο μάλιστα- δεν έχουμε πια το περιθώριο να υποκρινόμαστε ότι δεν είδαμε, δεν βλέπουμε ή δεν θα δούμε, πιο έντονα από ποτέ, τις ρωγμές ανάμεσα σε εμάς και τους ανθρώπους μας.

Όλοι νιώσαμε κατά τη διάρκεια της καραντίνας τον χρόνο να μετράει αλλιώς. Προσωπικά, μου φάνηκε συμπυκνωμένος, πιεστικά άφθονος και ταυτόχρονα παγωμένος – σαν μια παρένθεση στην κανονική ζωή. Την ίδια στιγμή, είδα να μπαίνουν όλα γύρω μου στο fast forward: γάμοι, χωρισμοί, εγκυμοσύνες και έρωτες που θα χρειάζονταν μήνες ή και χρόνια για να αποφασιστούν έγιναν εν μια νυκτί πραγματικότητα. Η ένταση του εγκλεισμού ή ο φόβος του θανάτου; Ό,τι κι αν τα πυροδότησε, έλαβαν χώρα γυμνά, χωρίς κοινό, πυροτεχνήματα και ωραία ρούχα, χωρίς φίλους τριγύρω να γιορτάσουν ή να παρηγορήσουν.


©unsplash

Ο Χάρης έκανε πρόταση γάμου στην Κάτια ενώ έτρεχαν στον Λυκαβηττό, ιδρωμένοι και με λιωμένα Τ-shirts, λίγες μέρες πριν από τη λήξη της καραντίνας. «Αφού αντέξαμε μαζί αυτό, μάλλον θα αντέξουμε και τα άλλα», της είπε. Το γιόρτασαν παραγγέλνοντας πίτσα αντί να μαγειρέψουν.

Η Ελίνα και η Μαίρη χώρισαν την πέμπτη μέρα του εγκλεισμού: η μία είναι μικροβιοφοβική και υποχόνδρια, η άλλη free spirit από τα λίγα. Η καλή σεξουαλική επικοινωνία δεν ήταν αρκετή για να κρατήσει αυτούς τους δύο κόσμους κλεισμένους στο ίδιο σπίτι – ειδικά όταν ο ένας απέρριπτε ιδεολογικά τη χρήση αντισηπτικού.

Η Λένα και ο Ερμής αποφάσισαν να αποκτήσουν τρίτο παιδί. Σκέφτηκαν πως, αν είναι να περάσει η ζωή τους έτσι, στο σπίτι, ας φτιάξουν τουλάχιστον μια μπάντα, μια θεατρική ομάδα, μια μεγάλη οικογένεια τέλος πάντων. Εύχονται να είναι δίδυμα.
Ο Φοίβος και ο Μάνος γνωρίστηκαν μια μέρα πριν από την άρση της κυκλοφορίας. Αυτό που υπό κανονικές συνθήκες θα έπαιρνε μέρες ή και μήνες για να γίνει σχέση -αν θα γινόταν ποτέ με τα ωράρια και τις κοινωνικές υποχρεώσεις που είχαν- μετατράπηκε σε κανονική συμβίωση μέσα σε μία εβδομάδα. Από το πρώτο τους ραντεβού, στο πρώτο τους σούπερ μάρκετ, τρεις μέρες δρόμος.

Η Αλίκη και ο Μάριος δυσκολεύτηκαν: αυτός ήταν έγκλειστος στο σπίτι με την οικογένειά του και χωρίς καμία δικαιολογία να φύγει από εκεί. Εκείνη ήταν μόνη, κλεισμένη στο δικό της σπίτι, χωρίς τον περισπασμό της δουλειάς που άλλοτε κάλυπτε τα 2/3 της μέρας της, μην αφήνοντας χώρο για μόνιμο σύντροφο. Τα μηνύματά τους -άπειρα και παθιασμένα στην αρχή- ατόνησαν σταδιακά καθώς δεν προσέφεραν πια καμία χαρά. Εκείνη κατάλαβε την αξία του εκπληρωμένου έρωτα. Εκείνος το κόστος της ασφάλειας και των συμβιβασμών του.

Τον εκπληρωμένο έρωτα ένιωσε για πρώτη φορά στο πετσί της και η Αρίστη, που μόλις είχε αρχίσει να συζεί, για πρώτη φορά στα 35 της, και αναγκάστηκε να γνωριστεί με τον σύντροφό της λίγο πιο εντατικά απ’ όσο θα ήθελε. Το γεγονός ότι πρώτη φορά μετά από δεκαπέντε χρόνια ολοήμερης εργασίας έπρεπε να περνάει όλη τη μέρα της στο σπίτι με τα χέρια δεμένα δεν βοηθούσε. Η ένταση ανάμεσά τους κοβόταν με το μαχαίρι. Το μέτρο που ελήφθη ήταν «να κάνουμε το 6 μας χωριστά και μάλιστα σε διαφορετικές ώρες».


©unsplash

Έπειτα, υπήρχαν κι εκείνοι που δεν πήραν καμία απόφαση. Το είδος των ευθυνόφοβων οι οποίοι δεν αποφασίζουν ποτέ για τίποτα και μονίμως «εμπιστεύονται τη ζωή», γι’ αυτό και η ζωή συνήθως τούς φέρνει επί δέκα όλα όσα προσπαθούσαν να αποφύγουν. Το ζευγάρι στο διαμέρισμα ακριβώς απέναντί μου έμοιαζαν μέχρι πρότινος με ήρωες αμερικανικής indie σειράς: χίπστερ σε μόνιμη ενδοσκόπηση και δυσυπαρξία. Ωραία παιδιά, 35άρηδες, εργάζονται στον ίδιο χώρο και μοιράζονται κοινή παρέα. Είναι γνωστοί γνωστών μου και τυχαίνει να ξέρω ότι θεωρούνται πρότυπο ζευγαριού. Έναν χρόνο τώρα, άλλο τίποτα δεν κάνουν παρά να αράζουν στον καναπέ παρακολουθώντας τηλεόραση. Εκεί τους παίρνει ο ύπνος και κάποια πρωινά τους βρίσκω στην ίδια στάση που τους άφησα το βράδυ. Αυτό το ζευγάρι είναι το προσωπικό μου βαρομετρικό: όταν ζω μεγάλες στιγμές, τους λυπάμαι. Όταν νιώθω μοναξιά, τους ζηλεύω. Σκέφτομαι ότι, αν κάποιος γλιστρήσει στο μπάνιο ή τέλος πάντων του συμβεί κάτι θανάσιμο, θα έχει τον άλλον εκεί, για να τον σώσει. Κάπως έτσι πρέπει να σκέφτονται και εκείνοι, γι’ αυτό δεν χωρίζουν. Τον τελευταίο καιρό, που αυτός έλειπε συχνά σε ταξίδια, τη θέση του στον καναπέ έπαιρνε ένας άλλος.

Η τηλεόραση έμενε κλειστή -οι δυο τους είχαν καλύτερα πράγματα να κάνουν- και ο «άλλος» έφευγε το ίδιο βράδυ. Ύστερα επέστρεφε ο μόνιμος και η τηλεόραση άνοιγε ξανά, μέχρι αυτός να ξαναφύγει. Και έπειτα ήρθε η καραντίνα. Έμειναν οι δυο τους, χωρίς μπαρ και εστιατόρια, χωρίς κοινό για να υποδυθούν το ζευγάρι-πρότυπο και με ένα plot twist για δυνατούς παίκτες: η μητέρα του αγοριού προσβλήθηκε από τον ιό, το αγόρι έχασε τη γη κάτω απ’ τα πόδια του, το κορίτσι έπρεπε να δίνει επί 24ώρου βάσεως κουράγιο σε κάποιον που ήταν από καιρό σαφές πως δεν ήθελε πια να βλέπει μπροστά της. Μέχρι τη στιγμή που γράφεται αυτό το κείμενο, τους βλέπω ακόμη να αποφεύγουν ο ένας τον άλλον μέσα στο ίδιο σπίτι. Δεν ξέρω τι περιμένουν για να βάλουν ένα τέλος σ’ αυτή την παρωδία έρωτος. Τη μητέρα να πεθάνει; Τα ενοίκια να κατέβουν; Έναν τρίτο να βάλει τέλος; Την επόμενη καραντίνα;

Υπάρχουν τόσες ιστορίες καραντίνας εκεί έξω -ή μάλλον μέσα- όσοι και οι άνθρωποι που τη ζήσαμε. Το κοινό στις ιστορίες όλων μας είναι πως αυτή η «παύση» στην κανονικότητα λειτούργησε τελικά ως επιταχυντής όλων εκείνων των διαδικασιών που, είτε τις αποφεύγαμε είτε τις επιθυμούσαμε, τις αναβάλλαμε. Ως μεγεθυντικός φακός όσων κάναμε πως δεν βλέπαμε ή όσων θεωρούσαμε δεδομένα. Ως καθρέφτης των μέχρι τώρα επιλογών μας. Η συνθήκη του εγκλεισμού απογύμνωσε τις σχέσεις μας από όλα τα παραμορφωτικά τους φτιασίδια: η σκηνοθεσία κατέρρευσε, τα κοστούμια έγιναν πιτζάμες, το σκηνικό ένα απλό διαμέρισμα που βρομίζει πιο γρήγορα απ’ όσο θυμόμασταν. Τα ωραία λόγια ειπώθηκαν όλα την πρώτη βδομάδα και έκτοτε οι ήρωες περιφέρονταν στα περιορισμένα τετραγωνικά τους αυτοσχεδιάζοντας χωρίς φίλτρο, καλλιέπεια, ψυχραιμία. Την ίδια στιγμή, η ίδια συνθήκη ανέδειξε όλη την ποίηση που έκρυβε και η πιο πεζή καθημερινότητα.

Κι ενώ τον πρώτο καιρό, υπό την απειλή της αρρώστιας, οι αντιδράσεις μας είχαν τον χαρακτήρα του κατεπείγοντος, του «τώρα ή ποτέ», τώρα που αρχίσαμε να προσαρμοζόμαστε στις καινούργιες συνθήκες, η σκέψη βαραίνει από το ενδεχόμενο αυτή να είναι η νέα κανονικότητα. Δεν είναι λίγες οι φωνές των επιστημόνων οι οποίοι υποστηρίζουν ότι αυτό ήταν ένα μόνο κύμα του ιού και ότι τον ερχόμενο χειμώνα περιμένουμε μια επανάληψη των όσων ζήσαμε. Δεν θα μπορούμε πια να υποκριθούμε ότι δεν ξέραμε: έχουμε έρθει ήδη αντιμέτωποι με τις επιλογές μας και γνωρίζουμε καλά τι και αν πρέπει να αλλάξει. Ας με συγχωρέσει ο Paul Valéry γι’ αυτό που θα ακολουθήσει. Προσωπικά, στο εξής θα είμαι ένθερμη οπαδός της φράσης «Κάνε ό,τι θες, εφόσον μπορείς να το υφίστασαι υπό συνθήκες καραντίνας».

Δημοσιεύθηκε στο τεύχος Ιουνίου 2020 της Vogue Greece.

Διαβάστε επίσης | Ένα γυναικείο task force ενάντια στη βία

Scroll to Top