Pierpaolo Piccioli: "Η επανάσταση είναι ήδη εδώ"

Share on facebook
Share on linkedin
Share on pinterest

Pierpaolo Piccioli: "Η επανάσταση είναι ήδη εδώ"

Share on facebook
Share on linkedin
Share on pinterest
Inez & Vinoodh - Courtesy of Valentino
Inez & Vinoodh - Courtesy of Valentino

Για τον Pierpaolo Piccioli η μόδα δεν ταυτίζεται με την αυθεντία, αλλά έρχεται ως αποτέλεσμα της ανάπτυξης μιας ιδέας από μια καλά δεμένη ομάδα. Ίσως είναι αυτή η γενναιοδωρία, μαζί βεβαίως με το ταλέντο του, που τον οδήγησε στην καταξίωση στον Valentino, οίκο απόλυτα ταυτισμένο με τον ιδρυτή του. Κάτι καθόλου εύκολο.

Από την ίδρυσή του στη Ρώμη, το 1960, από τον σχεδιαστή Valentino Garavani και τον επιχειρηματία Giancarlo Giammetti, ο οίκος μόδας Valentino καθορίστηκε από τις jet-set επιρροές και τον αριστοκρατικό τρόπο ζωής που πρότεινε, την υπερβολική φαντασία και την ακραία πολυτέλεια. Αυτός ήταν και ο τύπος της γυναίκας που από την αρχή στήριξε τον Ιταλό δημιουργό, προσφέροντάς του μια προνομιακή ζωή, με αντάλλαγμα τις ονειρεμένες δημιουργίες του. Τον Σεπτέμβριο του 2007, ο Valentino αποφάσισε να αποχωρήσει από τη θέση του δημιουργικού διευθυντή, παραδίδοντας τον «θρόνο» του στον Pierpaolo Piccioli και στη συνεργάτιδά του Maria Grazia Chiuri, που μέχρι τότε ήταν υπεύθυνοι για τον σχεδιασμό όλων των σειρών αξεσουάρ της εταιρείας.


©Valentino

Μέσα στα επόμενα οκτώ χρόνια, οι δυο τους εργάστηκαν σκληρά με στόχο τον επαναπροσδιορισμό της ταυτότητας ενός από τα σημαντικότερα brand names στην ιστορία της μόδας, κάτι που πέτυχαν με την προσαρμογή του στις ανάγκες του σύγχρονου καταναλωτή. Έχοντας αποδείξει από νωρίς τις ικανότητές τους, οι σχεδιαστές εμφύσησαν μοντέρνο αέρα στο κατά τα άλλα δωρικό στιλ του θρύλου Valentino Garavani, κερδίζοντας ευρύτερη αποδοχή, ειδικά από το νεαρό κοινό, που ανέκαθεν καθόριζε τι είναι ενδιαφέρον και τι όχι, αυξάνοντας κατά πολύ τα ετήσια έσοδα της εταιρείας σε σύντομο διάστημα.

Απόφοιτος του Istituto Europeo di Design της Ρώμης, ο Pierpaolo Piccioli γνώρισε τη Maria Grazia Chiuri μέσω κοινού φίλου στις αρχές της δεκαετίας του 1980 και πριν από την κοινή τους θητεία στον Valentino προηγήθηκε ο οίκος Fendi, το 1989, που σηματοδότησε την αρχή της δημιουργικής τους συνεργασίας για περίπου δύο δεκαετίες. Τον Ιούλιο του 2016 το ντουέτο χώρισε, με την Chiuri να προσλαμβάνεται ως επικεφαλής σχεδιάστρια στον οίκο Dior και τον Piccioli να παραμένει στον Valentino, μοναδικός πλέον δημιουργικός διευθυντής. Μια εξέλιξη καθόλου αναμενόμενη, που όμως αποδείχθηκε σοφή και για τους δύο οίκους.


©Moodboard-Valentino

Η συνέντευξη με τον Pierpaolo Piccioli είχε προγραμματιστεί για τον περασμένο Σεπτέμβριο και οι διαπραγματεύσεις για να βρεθεί η κατάλληλη ημερομηνία και ώρα γίνονταν εν μέσω των καλοκαιρινών διακοπών, όταν όλα έδειχναν πως η υγειονομική κρίση είχε καταλαγιάσει και ήμασταν έτοιμοι να επιστρέψουμε σε συνήθειες που αγαπήσαμε. Φάνταζε δεδομένο πως θα συναντιόμασταν στο Παρίσι στο ξεκίνημα της Εβδομάδας Μόδας, όμως όσο πλησίαζαν οι μέρες για το πολυπόθητο ταξίδι, το δεύτερο κύμα της πανδημίας άρχισε να απλώνεται και πάλι. Η θετική διάθεση τελικά εξέπνευσε και ο πανικός για την πιθανότητα μιας ακόμα χαμένης εμπορικά σεζόν μετατράπηκε σε κραυγή αγωνίας, ωθώντας τους σχεδιαστές να επιλέξουν εναλλακτικές μεθόδους παρουσίασης των συλλογών τους. Οι πιο σβέλτοι βρήκαν άμεσα διέξοδο στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, προκειμένου να επικοινωνήσουν τη δουλειά τους.


©Valentino

Απογοητευμένος από αυτή την εξέλιξη και με βαριά καρδιά, ανέβαλα το ταξίδι που τόσο περίμενα, την ίδια στιγμή που ο οίκος Valentino με ενημέρωνε μέσω email πως το σόου θα γινόταν τελικά στο Μιλάνο και όχι στο Παρίσι, όπως ήταν προγραμματισμένο. Είχα από καιρό φανταστεί τη συνάντησή μου με τον Pierpaolo και την ξενάγησή μου στον θαυμαστό κόσμο του Valentino, τελικά όμως μιλήσαμε μέσω Zoom δύο μήνες αργότερα, περί τα μέσα Νοεμβρίου, εκείνος από τη Ρώμη κι εγώ από την Αθήνα. Στην οθόνη του υπολογιστή μου, ήρεμος και ευδιάθετος, περιτριγυρισμένος από τέχνη, βιβλία και περιοδικά μόδας, προσπαθεί να μου περιγράψει τι τελικά συνέβη με την επίδειξη prêt-à-porter για το καλοκαίρι του 2021. «Ήταν αδύνατο να προβλέψουμε αυτή την εξέλιξη», μου λέει. «Οπότε έπρεπε να αντιδράσουμε ταχύτατα και να προλάβουμε την όποια ζημιά μπορούσε να γίνει. Δεν υπήρχαν πολλές επιλογές και σίγουρα μια επίδειξη στο Παρίσι, όπως άλλοτε, θα ήταν λανθασμένη επιλογή. Η αλήθεια είναι πως ποτέ πριν δεν είχαμε σκεφτεί το Μιλάνο ως εναλλακτική, ίσως γιατί ποτέ δεν είχαμε φτάσει σε ανάλογο τέλμα. Αυτή η απόφαση δεν ήταν για μένα ένα “σχέδιο Β”, αλλά μια ευκαιρία, τελικά, να παρουσιάσω τη συλλογή μέσα από μια άλλη οπτική. Για αρκετό καιρό δούλευα πάνω στην ιδέα της ταυτότητας και λιγότερο της αισθητικής, θέλοντας έτσι να δώσω βαθύτερο νόημα στις γενικότερες αλλαγές που πρότεινα στον Valentino από τη στιγμή που ανέλαβα creative director. Είχα ανάγκη να αποδεσμευτώ από τους κώδικες του οίκου, χωρίς να αποποιούμαι αυτά που τον συνθέτουν –όπως, για παράδειγμα, τις στρώσεις υλικών, τα τριαντάφυλλα και τα χρώματα–, αλλά αποφεύγοντας να συγκεκριμενοποιήσω την αισθητική μου. Ήθελα να τονίσω την έννοια της ποικιλομορφίας ως αξίας και να μοιραστώ κατά κάποιον τρόπο την επιθυμία μου να ζήσω σε έναν κόσμο χωρίς σύνορα. Κατέληξα πως η ελευθερία έκφρασης του καθενός μας είναι θέμα εξέχουσας σημασίας. Οι κώδικες τους οποίους αρχικά ήθελα να αποποιηθώ αποδείχτηκαν πραγματικά χρήσιμοι ως είχαν, για να πω κάτι διαφορετικό σε σχέση με τη στιγμή που ζούμε τώρα. Η επίδειξη στο Μιλάνο ήταν το έναυσμα για να δω τα πράγματα πιο ήρεμα, πιο ώριμα και έτσι να υπονομεύσω, κατά κάποιον τρόπο, τη φύση της μόδας, που τη θέλει εμμονική με την εξέλιξη και την πρόοδο».


©Valentino

Η απόφαση για ένα σόου στο Μιλάνο στέρησε δέκα ημέρες από τις τριάντα που είχαν απομείνει μέχρι την παρουσίαση, μια και το Παρίσι είναι το τελευταίο στη σειρά των fashion weeks, γι’ αυτό «Αποφασίσαμε με την ομάδα μου να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση με θάρρος, αλλά παρά τη σχολαστική οργανωτικότητα που μας διακρίνει ως ατελιέ, η αναπροσαρμογή του προγράμματος ήταν ένας εφιάλτης, γιατί έπρεπε να κρατηθούν οι ισορροπίες σε μικρότερο χρονικό διάστημα. Αναρωτιόμουν αν θα κατάφερνα με αυτά τα νέα δεδομένα να περάσω τα μηνύματα που ήθελα για τη διαφορετικότητα, τη σημασία της ατομικότητας και για το ότι οι άνθρωποι διαφέρουν μεταξύ τους. Ταυτόχρονα είχα την επίβλεψη όχι μόνο της συλλογής, αλλά και των υπολοίπων που συνθέτουν μια επίδειξη, όπως το μακιγιάζ και τα μαλλιά. Ήταν μια στιγμή που ήρθαμε ακόμα πιο κοντά με την ομάδα μου, και τους ευχαριστώ. Το είδα επίσης ως την κατάλληλη ευκαιρία να στηρίξω την ιταλική μόδα – γιατί όχι;».


©Valentino

Κάπως έτσι, η μεγαλοπρεπής αίθουσα του παριζιάνικου Salomon de Rothschild, που φιλοξενούσε συχνά ονειρεμένες δημιουργίες με την υπογραφή Valentino, αντικαταστάθηκε από το βιομηχανικό περιβάλλον του Fonderie Macchi, χυτηρίου που δραστηριοποιείται στο Μιλάνο για σχεδόν έναν αιώνα. Μέσα από μια κίνηση τόσο ενστικτώδη όσο και εξελικτική, η επιλογή ενός χώρου εντελώς αντίθετου με ό,τι μας είχε συνηθίσει ο οίκος υπογραμμίζει την τολμηρή προσέγγιση του Piccioli όσον αφορά τον επαναπροσδιορισμό των αισθητικών χαρακτηριστικών του. Πραγματικά το σόου, ακόμα και μέσα από την οθόνη, ήταν μια συναισθηματικά φορτισμένη εμπειρία με έντονο το στοιχείο της αποπλάνησης. Σε αυτό βοήθησε η μαγευτική φωνή του τραγουδιστή και παραγωγού Labrinth, στον οποίο ο σχεδιαστής ανέθεσε τη μουσική επένδυση. «Ήταν σημαντικό να δείξουμε αυτά τα ρούχα ζωντανά, έστω σε λιγότερους καλεσμένους. Τηρήσαμε όλα τα μέτρα ασφαλείας, τις αποστάσεις, τα τεστ, μόνο και μόνο για να μην το κάνουμε ψηφιακά και η εμπειρία να είναι αυτούσια, αν και λόγω της κατάστασης υπήρχε μια βραδύτητα, όλα γίνονταν σε πολύ αργούς ρυθμούς», περιγράφει. «Ωστόσο, το παρασκήνιο δεν έχει και τόση σημασία αν πετύχεις τον στόχο σου, και τα μηνύματα εν τέλει κατάφεραν να περάσουν προς τα έξω. Θα έλεγα πως για εμάς ήταν ένας θετικός τρόπος να αντιμετωπίσουμε την ιδιαιτερότητα της κατάστασης που βιώνουμε. Με την επίδειξη δεν αρνηθήκαμε την ύπαρξη του προβλήματος, αλλά θελήσαμε να αντιδράσουμε σε αυτό».


©Valentino

Η αίσθηση που αφήνει η συλλογή Valentino για το καλοκαίρι του ’21 δεν είναι πανκ ούτε αστική. Βρίσκεται κάπου στη μέση, και αυτό προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις, κάτι που άρεσε πολύ στον Piccioli. «Ένα κομματάκι δαντέλας δουλεμένης σαν έργο τέχνης σε ένα ρούχο παρά ολόκληρη ως φόρεμα φτιαγμένο για το κόκκινο χαλί προδίδει έναν τρόπο σκέψης που πηγάζει από τον σεβασμό στην τεχνική και στη γνώση. Όπως έγινε με τα πλεκτά τριαντάφυλλα, μια παλαιότερη ιδέα του Valentino Garavani, που την επαναφέραμε ακριβώς για να προβάλουμε την αγάπη μας για τη χειροτεχνία ακόμα και μέσα από μια συλλογή prêt-à-porter. Θα έλεγα πως η μόδα, ειδικά τις τελευταίες δεκαετίες, ήταν δικτατορική. Σήμερα οφείλει να είναι διεκδικητική. Μέσα από αυτή την επίδειξη προσπαθήσαμε να προβάλουμε την ομορφιά κάθε ατόμου. Το cast συγκροτήθηκε από κορίτσια με προσωπικότητα και όχι από μοντέλα με παρόμοια χαρακτηριστικά, με μοναδικό κριτήριο την εμφάνιση. Υπήρχε ποικιλομορφία. Αποφασίσαμε πως εάν, για παράδειγμα, μια κοπέλα έφτανε στον χώρο με τολμηρό μακιγιάζ, θα το ενισχύαμε ώστε να το προβάλουμε στην καλύτερη εκδοχή του ως μέρος της επίδειξης. Δεν αναγκάσαμε κανέναν για τίποτα. Ο ρομαντισμός, άλλωστε, μπορεί να εκδηλωθεί τόσο μέσα από τον δυναμισμό όσο και από τις ευαισθησίες που έχει κάποιος. Για μένα είναι πολύ πιο ουσιώδες να μπορείς να εκφράσεις ελεύθερα τις αδυναμίες σου παρά να τις κρύβεις. Χρειάζεται να έχεις κότσια!»


©Valentino

Τον ενθαρρύνω να μου μιλήσει για την αντίληψή του περί επανάστασης στη μόδα, αν κάτι τέτοιο μπορεί να ισχύει σήμερα, και τον ρωτώ αν πιστεύει πως η μόδα μπορεί να αποτελέσει διέξοδο απελευθέρωσης, όπως συνέβη τη δεκαετία του ’50 με τον Christian Dior και αργότερα με τους Jean-Charles de Castelbajac, Katharine Hamnett και Franco Moschino, οι οποίοι έφεραν την αλλαγή ο καθένας με τον δικό του τρόπο. «Υπάρχει μια νέα τάξη πραγμάτων που αφορά κυρίως τη νέα γενιά», απαντά. «Πιστεύω πως η επανάσταση είναι ήδη εδώ. Απλώς πρέπει κάποιος να αναλάβει την καταγραφή της. Δεν νομίζω πως αυτό προκλήθηκε μέσα από τη μόδα – η μόδα άλλωστε μπορεί να αποδυναμώσει την επανάσταση που βιώνουμε τώρα. Εδώ προκύπτει και ένα άλλο θέμα, αυτό της διατήρησης των αξιών της υψηλής ραπτικής στη νέα εποχή. Προσωπικά, δημιουργώ με άξονα το σήμερα και αυτό σημαίνει πως η ραπτική μού αρέσει μέσα από την υπερβολή της, από τη μοναδικότητα, από την τόλμη της. Κυρίως επειδή δεν έχει όρια. Με αυτά ως εφόδια, μπορώ να εκφράσω δημιουργικά την έννοια της διαφορετικότητας. Η υψηλή ραπτική μεταφράζεται πρωτίστως μέσα από όρους όπως “savoir faire” και “les petite mains”*, αλλά εκτιμώ πως δεν πρέπει να περιορίζεται σε αυτούς. Μέσα από τη μοναδικότητά της, μεταφράζει τον κόσμο όπως έχει εξελιχθεί. Η νέα γενιά μπορεί να το κατανοήσει αυτό, γιατί πρόκειται για αξίες αμετάβλητες που διαρκούν στον χρόνο. Παρόλο που, αν τύχει να δω κάποιο βίντεο που αναφέρεται στα “les petite mains”, σκέφτομαι πως είναι ένας απαρχαιωμένος τρόπος για να αναφερθεί κανείς στην τεχνογνωσία της κατασκευής του ρούχου. Δεν είναι αρκετός. Αισθάνομαι ότι η ραπτική ισούται με την ανθρωπότητα και ο σχεδιασμός συμβολίζει το μεγαλείο της μοναδικότητας που προκύπτει μέσα από τη δουλειά. Πρόκειται για μυστικά που τα μοιράζονται οι μικρές κοινότητες των γυναικών που εργάζονται στα μεγάλα ατελιέ και τα μεταφέρουν από γενιά σε γενιά. Στην υψηλή ραπτική έχεις το δικαίωμα να είσαι όσο υπερβολικός θέλεις. Πριν από δύο χρόνια δημιούργησα μια συλλογή εξ ολοκλήρου αφιερωμένη στα λουλούδια, η οποία παρουσιάστηκε αποκλειστικά από μαύρα μοντέλα, μια μοναδική στιγμή για τον Valentino. Ήταν σύνηθες να βλέπουμε μαύρα κορίτσια σε επιδείξεις prêt-à-porter ή ως πρωταγωνίστριες του streetwear, αλλά ποτέ σαν μέρος της υψηλής ραπτικής. Τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, ήταν αδιανόητο για τους οίκους μόδας να δίνουν ρούχα για editorials σε περιοδικά για μαύρους, όπως το Ebony και το Jet. Δεν έχουν περάσει αιώνες από τότε, είναι ακόμα φρέσκο στη μνήμη μας, και αυτό θέλησα να υπογραμμίσω. Δύο μέρες μετά την επίδειξη, λοιπόν, έλαβα email από μια μαύρη κυρία που με ευχαριστούσε, γιατί με αυτή τη συλλογή η γιαγιά της μπόρεσε να ονειρευτεί την υψηλή ραπτική. Αυτό για μένα ήταν επιτυχία. Η δουλειά μας πρέπει να στοχεύει σε έναν ενωμένο κόσμο και στην ομορφότερη εκδοχή του».
Ελπίζει πως αυτοί που παρίστανται σε μια επίδειξη μόδας δεν βιώνουν μόνο την ομορφιά των ρούχων, αλλά αφουγκράζονται και τα μηνύματα που εκπέμπονται μέσα από αυτά; Ευτυχώς, η μόδα, λέει, έχει πολιτική διάσταση που μεταφράζεται μέσα από την εικόνα. «Αυτό είναι ενθαρρυντικό. Η αποστολή ενός σχεδιαστή είναι να προτείνει ιδέες ή τρόπους σκέψης. Δεν κάνω τέχνη. Σχεδιάζω ρούχα για μια κοινότητα ανθρώπων. Η ανάγκη για αλλαγή, ειδικά τα τελευταία χρόνια, παρουσιάζει αυξητική τάση και είναι πραγματικά υπέροχο να την παρακολουθείς στην εξέλιξή της. Σε προσωπικό επίπεδο, η μόδα λειτούργησε για μένα σαν μια γλώσσα επικοινωνίας. Ήταν ο πιο έγκυρος τρόπος για να επιλέξω τους ανθρώπους που έχω στη ζωή μου, τους φίλους μου, τους υποστηρικτές του οίκου – με όλους μοιραζόμαστε κοινές αξίες».


©Valentino

Κάνοντας μια σύγκριση του χθες με το σήμερα, ο Valentino Garavani και ο Pierpaolo Piccioli μοιράζονται μια συγκεκριμένη αντίληψη για το γυναικείο σώμα, που είναι πρωτίστως δημοκρατική και καθ’ όλα ρομαντική, παρατηρώ. «Αυτό πιθανώς συμβαίνει επειδή αναζητώ τη χάρη σε ένα σώμα, όχι την ομορφιά», απαντά χαμογελώντας. «Η χάρη είναι ξεχασμένη λέξη, ανήκει περισσότερο στην Αναγέννηση, θα την αποτύπωνε ένας ζωγράφος σε έναν πίνακα πάρα ένας σχεδιαστής μόδας. Αν κάποιος ψάχνει τη χάρη στη γυναίκα που έχει απέναντί του, αυτό σημαίνει ότι αναζητά μια ισορροπία μεταξύ του εσωτερικού και του εξωτερικού της κόσμου. Αναζητώντας τη χάρη, αισθάνομαι ότι τα άτομα που επιλέγω για την πασαρέλα διαθέτουν ένα ρομαντικό στοιχείο που είναι συνάμα ανατρεπτικό, ερωτικό και σέξι, ειλικρινές και αυθεντικό. Στον καθένα μας υπάρχουν πολλές αποχρώσεις που καταλήγουν σε αρμονία. Η χάρη εντοπίζεται σε όλες τις προσωπικότητες και ο καθένας έχει τη δική του. Δεν αφορά μόνο τις φυσικές ιδιότητες και, επιτέλους, η ποικιλομορφία χαίρει αποδοχής ως αξία από μόνη της».


©Valentino

Μετά το τέλος κάθε επίδειξης ή φωτογράφισης, στον προσωπικό του λογαριασμό αλλά και σε αυτόν του Valentino στο Instagram, ο Pierpaolo Piccioli περιβάλλεται από μέλη της ομάδας του. Μοδίστρες, κεντήστρες, πατρονίστ και μοντέλα είναι δίπλα του, φανερώνοντας την αλληλεγγύη μεταξύ τους. Κάτι που οι περισσότεροι συνάδελφοί του αποφεύγουν. «Για μένα η μυστικοπάθεια είναι ντεμοντέ. Απολαμβάνω το ότι είμαι μέλος μιας ομάδας με την οποία μοιραζόμαστε το ίδιο πάθος γι’ αυτή τη δουλειά. Μόνο έτσι μπορούμε να αγκαλιάσουμε τους ανθρώπους για τους οποίους δημιουργούμε. Ποτέ δεν θα με δείτε με καρφίτσες στο χέρι ή να δουλεύω ένα ρούχο στην κούκλα, απλούστατα γιατί στην ομάδα μου έχω ανθρώπους που μπορούν να το κάνουν πολύ καλύτερα από μένα. Το ταλέντο μου περιορίζεται στην ιδέα ή στην επεξήγηση αυτού που θέλω να πετύχω. Πάντα προσπαθώ να συμπεριλάβω τους συνεργάτες μου στο όραμά μου, γιατί μου αρέσει να ξεκινώ τις συλλογές μου αντίστροφα. Δεν αντιλαμβάνομαι την ομάδα ως εκτελεστική. Αντίθετα, διεκδικώ την αγάπη και τη φροντίδα τους και ανταποδίδω. Δεν πρόκειται άλλωστε για ένα πεδίο μάχης, αλλά για μια εργασιακή κατάσταση όπου όλοι ακολουθούμε τον ίδιο δρόμο. Είναι σημαντικό για το κοινό μας να έχει την εικόνα μιας οικογένειας ή έστω μιας ομάδας σε αρμονία. Η μεγάλη επανάσταση της μόδας δεν μπορεί να είναι δικτατορική, αλλά γενναιόδωρη, μια μεγάλη αγκαλιά για τους ανθρώπους».


* Ο όρος «Les petites mains» (μικρά χέρια) αναφέρεται στις μοδίστρες που εργάζονται συνήθως όλη τους τη ζωή σε έναν μεγάλο οίκο μόδας και ζωντανεύουν τις δημιουργίες υψηλής ραπτικής.

Διαβάστε επίσης | Filep’s Scrapbook: Ρούχα για όλες τις αισθήσεις από τον Johannes Warkne

Scroll to Top