GenX Mess: Τα σχέδια

Share on facebook
Share on linkedin
Share on pinterest

GenX Mess: Τα σχέδια

Share on facebook
Share on linkedin
Share on pinterest
Cecil Beaton Conde Nast
Cecil Beaton Conde Nast

“Εσείς τι θα κάνετε φέτος;” ρωτάμε διαρκώς ο ένας τον άλλο, κανείς δεν ξέρει, άλλες χρονιές είχαμε ήδη τα εισιτήρια, τις ημερομηνίες, τα πλάνα, την ανυπομονησία, τη χαρά. Οι γονείς μας είχαν ήδη λάβει τη λίστα με τις μεγαλύτερες μας λιγούρες και μετρούσαν μέρες όπως κι εμείς. Δοκιμάζαμε μαγιό μήπως καταφέρουμε και σπρώξουμε πιο γρήγορα τον χρόνο, μιλούσαμε διαρκώς με τους φίλους μας, οργανώναμε τον χρόνο μας πιο αποτελεσματικά και από CEO στην Silicon Valley με ξεχωριστά χρώματα για κάθε ομάδα, να μην πάει λεπτό χαμένο, να τους δούμε όλους, να τους αγκαλιάσουμε αρκετά μήπως και τους χορτάσουμε, μήπως και μας λείψουν λιγότερο τον υπόλοιπο χρόνο.

Ήταν εορταστική αυτή η περίοδος της προετοιμασίας, η ώρα των ονειροπολήσεων και της προσμονής, η ώρα των λεπτομερειών του ταξιδιού, των αποσκευών, των δώρων, συναρπαστική και στρεσογόνα ταυτόχρονα, μπορεί και να γκρινιάζαμε κάπου κάπου για τις εκκρεμότητες, για τις τιμές, για τα παπούτσια μας που ποτέ δεν χωράνε στο όριο του βάρους της αεροπορικής, αλλά στο τέλος πιάναμε στα χέρια μας την κάρτα επιβίβασης με τέτοια χαρά που μας έκανε να θέλουμε να τσιρίξουμε ενθουσιασμένοι.

“Δεν ξέρω” είναι η πιο συνηθισμένη απάντηση και μετά αμήχανη σιωπή, δεν ξέρουμε τι θα κάνουμε φέτος το καλοκαίρι και όχι γιατί δεν ξέρουμε τι θέλουμε. Όλοι θέλουμε να φύγουμε, να γυρίσουμε, να ταξιδέψουμε, ν’ αγκαλιάσουμε, να μιλήσουμε, αλλά τα διαδικαστικά είναι εξαιρετικά περίπλοκα. Δεν είναι μόνο τα τεστ, οι περιορισμοί, η ανυπαρξία σαφούς πλάνου σε διοικητικό επίπεδο. Είναι κυρίως η αίσθηση της ευθύνης για τη διάδοση του ιού. Ακόμα και αν εμείς έχουμε ήδη μία ή δύο δόσεις από το πολυπόθητο εμβόλιο, οι δικοί μας, όπως και οι άλλοι γύρω τους, είναι ακόμα σε λίστες αναμονής, η ζωή τους αναστατωμένη, για κάποιους και αμφίβολη, αυτή η αγωνία, αυτό το ρίσκο ξεπερνάει το βάρος κάθε ορίου αποσκευών.

“Εσείς;” κάποιοι είναι πιο σίγουροι, έχουν λεπτομερές σχέδιο και έξτρα ημέρες να κάνουν καραντίνα και τεστ πριν αγκαλιάσουν τους δικούς τους, αλλά οι υπόλοιποι είμαστε ακόμα στο κούνημα του κεφαλιού. Και τι θα γίνει όταν βγαίνεις έξω; “Δεν ξέρω.”

Έχει περάσει τόσος πολύς καιρός που έχουμε να δούμε τους δικούς μας, κάποιοι μετράνε ήδη το δεύτερο καλοκαίρι μακριά, και η ιδέα του να χρειαστεί ακόμα ένας χρόνος πριν καταφέρουμε να βρεθούμε στο ίδιο δωμάτιο μας πνίγει. Κοιταζόμαστε και καταλαβαίνουμε όλα αυτά που δεν τολμάμε να ομολογήσουμε, τα χρόνια που περνάνε, τις ηλικίες των γονιών μας, άραγε πόσες φορές ακόμα θα μας δοθεί η ευκαιρία να τους δούμε να μας περιμένουν με τα χέρια ανοιχτά, τόσο ανοιχτά που δεν βλέπουμε τίποτα άλλο από τον χώρο των αφίξεων;

Ο χρόνος της απουσίας μας βαραίνει ήδη πολύ, τα παιδιά μας έχουν αλλάξει από την τελευταία φορά που κολυμπούσαμε στην Σύρο, κοιτάζουμε τις φωτογραφίες και δεν το πιστεύουμε πώς έχουν μεγαλώσει. Αλλά το χειρότερο είναι ότι ξεχνούν σιγά σιγά τις ελληνικές λέξεις που ζωντανεύουν μέσα τους όταν βρίσκονται εκεί, ενώ εδώ, μακριά από τους παππούδες και τους φίλους τους, τις έχουν αντικαταστήσει με αγγλικές και ισπανικές, ο Λέανδρος μοιράζεται κάθε απόγευμα μαζί μου τα μανδαρινικά κινέζικα που μαθαίνει στο σχολείο, κι εγώ σκέφτομαι μόνο ότι φέτος δεν θα φέρουμε την καθιερωμένη βαλίτσα γεμάτη με παιδικά βιβλία στα ελληνικά.

Είχαμε κακομάθει, εμείς οι δυτικοί μετανάστες νέας γενιάς (οι expats που λένε οι αμερικάνοι), το διαδίκτυο και τα φθηνά εισιτήρια, η κινητικότητα των φίλων μας, η ευκολία της επικοινωνίας, όλα είχαν δημιουργήσει μια ψευδαίσθηση εγγύτητας, είχαν σβήσει τον ωκεανό και τα σύνορα που μας χωρίζουν από όσους και όσα αφήσαμε πίσω και τώρα ήρθαμε αντιμέτωποι με μια νέα πραγματικότητα, την οποία αν ξέραμε ότι θα χρειαζόταν να διαπραγματευτούμε ίσως και να μην είχαμε αποφασίσει να φύγουμε εξαρχής.

“Εσείς τι θα κάνετε φέτος;” με ρωτάει και η Burcin, καθώς ψάχνει εισιτήρια για την Κωνσταντινούπολη, η κόρη της, Defne, παίζει με τον Ορφέα, “δεν ξέρω” της λέω αυτόματα, ούτε εκείνη ξέρει, είναι η πανδημία είναι και η πολιτική κατάσταση της Τουρκίας που δεν την κάνει να νιώθει ευπρόσδεκτη στην ίδια της τη χώρα, της λέω για τα νέα που με ταράζουν από την δική μου χώρα, κουνάμε το κεφάλι περισσότερη ώρα, και συνεχίζουμε να ψάχνουμε εισιτήρια και οδηγίες του CDC (Centers for Disease Control and Prevention) για τους ταξιδιώτες.

Δεν ξέρω, μακάρι να ήξερα, ίσως με τρομάζει κιόλας η ιδέα της ξαφνικής έκθεσης, έχω περάσει 13 μήνες σε απομόνωση, τα δημόσια σχολεία κλειδωμένα, όλοι δουλεύουμε από το σπίτι, δεν μπαίνουμε στο εσωτερικό των εστιατορίων, στεκόμαστε διαρκώς πίσω από πλέξι-γκλας, βαριανασαίνουμε πίσω από πολλαπλές μάσκες, πώς να πετάξω όλη αυτήν την προσεκτική συμπεριφορά στον άνεμο (pun intended) και να μπω σε ένα αεροσκάφος αναπνέοντας τον ίδιο αέρα με εκατοντάδες άλλα άτομα για ώρες; Πώς να ευχαριστηθώ τους ανθρώπους που θα μας περιμένουν στο αεροδρόμιο αν στο βάθος του μυαλού μου τρέμω στην ιδέα του τι μπορεί να τους μεταφέρω; Πώς όμως να περιμένω άλλο έναν ολόκληρο χρόνο μέχρι την επόμενη μεγάλη άδεια, τις διακοπές από το σχολείο, τον συντονισμό όλων των παραμέτρων για έναν τέτοιο ταξίδι;

Πώς να βγάλουμε άλλους 12 μήνες χωρίς αυτό το διάλειμμα αγάπης και οικειότητας στις αγκαλιές και την γλώσσα που ηρεμεί την ψυχή μας;

Δεν ξέρω.

Διαβάστε επίσης | GenX Mess: Spring Cleaning 

Scroll to Top