The GenX Mess: Εσύ τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;

Share on facebook
Share on linkedin
Share on pinterest

The GenX Mess: Εσύ τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;

Share on facebook
Share on linkedin
Share on pinterest
Cecil Beaton Conde Nast
Cecil Beaton Conde Nast

Μπορεί να μην θυμάσαι πού ήσουν και τι έκανες τον Δεκέμβριο του 2002, αλλά εγώ μπορώ να σου πω με ακρίβεια. Ήμουν στη Θεσσαλονίκη, σ’ εκείνο το ιστορικό σπίτι στου Χαριλάου που με περίμεναν οι Ξαδέρφες, οι φίλοι τους και η Μπιάνκα Το Κατοικίδιο, εκεί που είχα καταφτάσει από τον Οκτώβριο αλλά ξέμεινα λίγο παραπάνω, μέχρι να χρειαστεί να ταξιδέψουμε όλοι μαζί για Χριστούγεννα –μια υποχρεωτική λιτανεία από φοιτητές με καινούργια piercing, τεράστιες βαλίτσες γεμάτες άπλυτα και ιστορίες που έπρεπε να λογοκρίνουν από τους γονείς που τους υποδέχονταν σαν να ήταν πάντα τα μωρά τους, σαν να μην είχαν ολόκληρη, κανονική ζωή στα δικά τους σπίτια.

Εκείνον τον Δεκέμβριο, λοιπόν, που παντού χορεύαμε το Work Ιt της Missy Elliott, ξέμεινα στη Θεσσαλονίκη για εβδομάδες, ήπια τζιν και τόνικ με καινούργιους φίλους, περπάτησα ξημερώματα με καινούργιους έρωτες, απέκτησα ένα μεγάλο τατουάζ κάπου στην Ναυαρίνου, βρήκα ένα ονειρεμένο φόρεμα κάπου στην Τσιμισκή και άνοιξα το πρώτο περιοδικό με κείμενό μου κάπου στην Αριστοτέλους.

Μπορεί να μην θυμάσαι τι σε έκανε να χαρείς τον Δεκέμβριο του 2002, αλλά θέλω να σου πω ότι εγώ χαμογέλασα μέχρι να πονέσουν τα μάγουλά μου εκείνη την μέρα και ανοιγόκλεισα τα μάτια μου πολλές φορές για να σιγουρευτώ ότι βλέπω καλά. Η χαρά ν’ αντικρίζω το όνομά μου τυπωμένο πάνω από λέξεις που είχα σκεφτεί, πληκτρολογήσει και αποστείλει δαγκώνοντας νευρικά τα χείλη μου μέχρι να ματώσουν. Λέξεις, για τις οποίες θα πληρωνόμουν. Σαν κανονική συντάκτρια. Ακόμα και τότε, μέσα από τις τσιρίδες των φίλων, ήξερα πως αυτή η χαρά, αυτή η στιγμή που το μάτι πέφτει πάνω στο όνομά σου στην ταυτότητα ενός εντύπου για πρώτη φορά, είναι κάτι που δεν ξαναβιώνεται σε τέτοια ένταση. Και μπορεί να μην σου φαίνεται σαν κάτι συνταρακτικό, αλλά θέλω να σου πω ότι για τον εικοσι-κάτι εαυτό μου που περιφερόταν ανάμεσα σε πόλεις και φίλους με μόνη σταθερά την αϋπνία και τα βιβλία στο χέρι, χωρίς να μπορεί να απαντήσει ακόμα στην κρίσιμη ερώτηση “τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις” δεν ήταν τίποτα λιγότερο από συνταρακτικό.

Εκεί στα εικοσι-κάτι που ένιωθα ότι όλοι οι άλλοι γύρω μου είχαν ήδη μπει σε μια σαφή τροχιά ζωής, έτοιμοι να ορκιστούν δικηγόροι και γιατροί και καθηγητές, με σταθερές σχέσεις και φιλοδοξίες και προοπτικές, με σίγουρο ύφος και ξεκάθαρες απαντήσεις, εγώ ακόμα σήκωνα τους ώμους μπερδεμένη στις ερωτήσεις για το μέλλον μου. Έβλεπα την ανησυχία στα πρόσωπα των γονιών μου, έβλεπα και τους συμφοιτητές μου που με άφηναν πίσω, έβλεπα τις πλάτες όλων καθώς απογειώνονταν δυναμικά για το πολλά υποσχόμενο μέλλον τους.

Τότε, στην Ελλάδα του 2002, ζούσαμε ακόμα στην φούσκα της ευημερίας που έσκασε στα χέρια μας αργότερα και η γενική ιδέα ήταν ότι μπορείς να γίνεις ό,τι φαντάζεσαι, ό,τι ονειρεύτηκες ποτέ, να διαπρέψεις οπουδήποτε στον πλανήτη και να αποκτήσεις οποιονδήποτε τίτλο θα κάνει περήφανους τους γονείς σου. Μέσα σ’ αυτό το πάρτι επιτυχιών και fancy προγραμμάτων από την ευρωπαϊκή ένωση, εγώ βρέθηκα αμήχανη να καπνίζω κοιτώντας το κενό και ν’ αναρωτιέμαι αν έχω χάσει πια το τρένο ευκαιριών ή αν προλαβαίνω ακόμα να τρέξω και να πηδήξω στο τελευταίο βαγόνι απολύτως κινηματογραφικά. Όποτε τολμούσα να ξεστομίσω ότι ίσως αυτό που θα ήθελα είναι να γράφω σε περιοδικά, συναντούσα έναν τοίχο από λόγους γιατί δεν θα τα καταφέρω: σπούδαζα κάτι άσχετο, δεν είχα κανέναν γνωστό, δεν είχα δείγμα γραφής, γενικά δεν είχα τίποτα.

Είχα όμως το θάρρος των είκοσι-κάτι χρόνων μου και μια dial-up σύνδεση που χρησιμοποιούσα για να κατεβάζω τραγούδια του Eminem. Και κάπως έτσι, σε ένα ακόμα βράδυ αϋπνίας, έστειλα εκείνο το πρώτο email στο Cosmopolitan, μετά το πρώτο μου κείμενο σαν αναγνώστρια και τελικά το πρώτο κείμενο σαν συντάκτρια.

Τίποτα λιγότερο από συνταρακτικό σου λέω.

Από τον Δεκέμβριο του 2002 μέχρι σήμερα, αυτός είναι ο μήνας που ξεφυλλίζω το εορταστικό τεύχος του εκάστοτε περιοδικού που δουλεύω, η μέρα που κάνω τον απολογισμό της χρονιάς, των αποφάσεων και των επιλογών μου. Δεκαοχτώ Δεκέμβριους μετά από εκείνον στη Θεσσαλονίκη, αμέτρητες τυπωμένες λέξεις αργότερα κι ενώ πια συναντάω τον Eminem στους δρόμους του Detroit, αυτό που πάντα θα μου μείνει να σκέφτομαι είναι οι γυναίκες με τις οποίες δούλεψα όλα αυτά τα τεύχη, οι γυναίκες που άκουσαν τις ιδέες μου, τις δυσκολίες μου και –κυρίως– τις μουσικές εμμονές μου στο repeat και παρόλα αυτά με κράτησαν στην ομάδα.

Ο Δεκέμβριος είναι πάντα ο μήνας που θυμάμαι εκείνο το πρώτο κείμενο, εκείνη την πρώτη διευθύντρια που αγνόησε το τρέμουλο τη φωνής μου στη σύσκεψη, που με εμπιστεύτηκε και μου ανέθεσε κείμενα και όταν αργότερα με προσέλαβε μόνιμη στο γραφείο, καθόταν δίπλα μου με εκτυπώσεις και ένα κόκκινο μαρκαδόρο και μου εξηγούσε τι μπορεί να γίνει καλύτερα. Ο Δεκέμβριος είναι ο μήνας που σκέφτομαι όλες τις διευθύντριες και αρχισυντάκτριες και διπλανές των τελευταίων 18 ετών, αυτές που έγιναν αγαπημένες σαν αδερφές και τις άλλες που μαλώναμε σαν οικογένειες που δεν αντέχονται αλλά έχουν βρεθεί στον ίδιο χώρο και πρέπει να συνεννοηθούν κάπως, όλες αυτές τις γυναίκες που πέτυχα σε διαφορετικά στάδια της προσωπικής τους εξέλιξης τους και που τώρα καμαρώνω για την καριέρα που κάνουν και τη ζωή που έφτιαξαν.

Δεκαοχτώ χριστουγεννιάτικα τεύχη λοιπόν, σε διάφορους τίτλους και χώρες, όλα αγαπημένα και γεμάτα ιστορίες από το παρασκήνιο, ιστορίες με γέλια και τρόμο από κομπιούτερ που κρασάρουν τελευταία στιγμή (θα σου πω εγώ για Nightmares Before Christmas κύριε Τιμ Μπάρτον μου), όλα με ανθρώπους που συμπαθώ και ανταλλάσσω χαζά μηνύματα, όλα σαν ένας χρωματιστός ανεμοστρόβιλος γύρω μου που σκορπάει γκλίτερ και οδηγούς αγορών, διαφημίσεις για αρώματα και εντιτόριαλς μόδας με υφάσματα που νομίζεις ότι θα ξεπηδήσουν από τις σελίδες για να τα χαϊδέψεις, ένας χρωματιστός ανεμοστρόβιλος λέξεων και φωτογραφιών σε γυαλιστερά χαρτιά και κάπου εκεί στη μέση ακόμα ανοιγοκλείνω τα μάτια μου για να σιγουρευτώ. Η χαρά τελικά είναι πάντα η ίδια. Γιατί μπορεί να μην κατάφερνα τότε ν’ απαντήσω με σαφείς οικονομικούς κι επαγγελματικούς όρους τι θα γίνω όταν μεγαλώσω, αλλά πάντα ήξερα ότι θέλω να γίνω κάτι που θα με κάνει να χαμογελάω μέχρι να πονέσουν τα μάγουλά μου.

Διαβάστε επίσης | The GenX Mess: Tα γενέθλια

Scroll to Top