YIORGOS KAPLANIDIS/THIS IS NOT ANOTHER AGENCY.
YIORGOS KAPLANIDIS/THIS IS NOT ANOTHER AGENCY.
YIORGOS KAPLANIDIS/THIS IS NOT ANOTHER AGENCY.

Ευθύμης Φιλίππου – Marios Schwab: Κάτι σαν συνέντευξη

Όταν ο ανατρεπτικός σεναριογράφος και θεατρικός συγγραφέας δέχθηκε να συναντήσει για τη Vogue Greece τον νέο καλλιτεχνικό διευθυντή του οίκου Zeus+Δione, ξέραμε ότι μας περιμένουν εκπλήξεις...

Μάριε, αλήθεια, πώς ήταν τα μαλλιά της μητέρας σου;

Η μητέρα μου έχει μια πολύ ωραία φυσιογνωμία, νομίζω. Έχει ωραία μαλλιά, πλούσια, καστανόξανθα.

Με γερή τρίχα;

Με πολύ γερή τρίχα. Είναι μετρίου αναστήματος. Φοράει συνήθως λινά, παλιά λινά, φούστες, ζακέτες λινές, μονόχρωμα τα πιο πολλά. Επίσης έχει μεγάλα, βαριά χέρια. Ο μπαμπάς μου έχει ζήσει πάρα πολλά ενδιαφέροντα πράγματα στη ζωή του. Είναι ξανθός, φοράει γυαλιά μυωπίας Mykita, έχει μικρή κοιλιά, είναι μετρίου αναστήματος και δεν έχει μούσια ή μουστάκι, είναι ξυρισμένο το πρόσωπό του. Χορεύει λίγο περίεργα, καθώς βάζει ένα αυστριακό στοιχείο στις κινήσεις του. Η μητέρα της μητέρας μου, η γιαγιά μου δηλαδή, λεγόταν Ελένη και ήταν από τη Μάδυτο της Μικράς Ασίας. Ο πατέρας της μητέρας μου, ο παππούς μου δηλαδή, έστειλε τη μάνα μου –από την Έδεσσα όπου ζούσαν– στην Αυστρία, να σπουδάσει τοπογράφος.

Εκεί, στο Graz της Αυστρίας, η μητέρα μου γνώρισε τον Κλάους, που σπούδαζε μηχανολόγος μηχανικός. Ερωτεύτηκαν, η μητέρα μου παράτησε τις σπουδές της και γύρισαν στην Ελλάδα, καθώς έκαναν στον Κλάους μια πρόταση από τα εσώρουχα Triumph να αναλάβει το –παράρτημα λέγεται;– το παράρτημα που βρισκόταν στην Αθήνα. Όταν γύρισαν, η μητέρα μου έδωσε στην Καλών Τεχνών, πέρασε, αλλά αναγκάστηκε να τη διακόψει λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων. Κάνανε τρία παιδιά, τρία αγόρια, εγώ είμαι ο μικρότερος και γεννήθηκα στο μαιευτήριο «Μητέρα». Τον έναν μου αδερφό τον λένε Αλέξη και τον άλλο Μανώλη. Ο ένας τώρα είναι ψυχολόγος κι ο άλλος τραπεζίτης.

Λοιπόν, στο σπίτι όταν ήμασταν μικροί ακούγαμε πολλή κλασική μουσική. Οι Αυστριακοί συγγενείς μάς έκαναν συνέχεια δώρο βινύλια κλασικής μουσικής. Χόρευα πάρα πολύ, ήθελα να γίνω χορευτής, παρακαλούσα τον πατέρα μου να με πάει σε μια σχολή χορού. Μου άρεσε πολύ να χορεύω. Ερχόταν τότε η φίλη μου η Κορίνα από την Κηφισιά στο σπίτι μας στον Βύρωνα και χορεύαμε συνέχεια Τσαϊκόφσκι στο σαλόνι μαζί. Ένα καλοκαίρι που είχαμε πάει διακοπές στην Εύβοια, Αύγουστο, στα γενέθλια του πατέρα μου νομίζω, άρχισα να χορεύω στην πλατεία του χωριού έναν χορό που έμοιαζε με χορό της κοιλιάς και κάτι Τσιγγάνοι που περνούσαν τυχαία ενθουσιάστηκαν και ήθελαν να με πάρουν μαζί τους.

Ναι, μου άρεσε να χορεύω, αυτή είναι η αλήθεια. Τέλος πάντων, αφού πέρασε καιρός, μια Κυριακή, μόλις τελειώσαμε το μεσημεριανό φαγητό, μου είπε ο πατέρας μου να ετοιμαστώ για να πάμε με το αυτοκίνητο σε μια σχολή χορού, να γραφτώ. Δεν θυμάμαι καν πού πήγαμε, αλλά, όταν φτάσαμε στη σχολή, βγήκε μια κυρία στη ρεσεψιόν και αφού με κοίταξε μου είπε να κάνω κάποιες χορευτικές φιγούρες –δεν θυμάμαι ποιες– κι όταν τις έκανα, μου είπε πως δεν κάνω για χορευτής και πως το μπαλέτο δεν είναι για μένα, γιατί είμαι πολύ αδύνατος και δεν θα μπορώ να σηκώνω τα κοριτσάκια. Ύστερα φύγαμε και μετά από πολλά χρόνια κατάλαβα ότι η κυρία μάλλον είχε συνεννοηθεί με τον πατέρα μου για να με αποθαρρύνει. Έτσι νομίζω. Δεν είμαι σίγουρος παρ’ όλα αυτά.

Στο σπίτι, όταν ήμασταν μικροί, είχε ο καθένας το δωμάτιό του. Το δικό μου δωμάτιο είχε ένα κρεβάτι μονό, που άνοιγε από κάτω ένα συρτάρι και γινόταν διπλό και κοιμόταν η γιαγιά μου η Ελένη όταν ερχόταν κι έμενε μαζί μας. Η γιαγιά Ελένη γνώρισε τον παππού στη Θράκη. Εκείνη ήταν από μεγάλη οικογένεια, κι όταν λέω μεγάλη, δεν εννοώ πλούσια, αλλά μεγάλη σε αριθμό συγγενών. Τέλος πάντων, το δικό μου δωμάτιο δεν είχε νομίζω κάτι κολλημένο στους τοίχους, γιατί είχα τετράδια μεγάλα, χοντρά, λογιστικά μιλιμετρέ, που αγόραζα από ένα μαγαζί στην οδό Φορμίωνος, και ό,τι ήθελα να κολλήσω το κόλλαγα σε αυτά τα τετράδια. Κόλλαγα φωτογραφίες. Είχα ζητήσει στον πατέρα μου να φύγω από το γερμανικό σχολείο και να πάω σε γαλλικό.

Φώναξε λοιπόν μια κοπέλα, τη Μαρία, να μου μάθει γαλλικά, κι εκείνη κάθε φορά που ερχόταν για μάθημα είχε μαζί της διάφορα περιοδικά. Το γαλλικό Photo, τη γαλλική Vogue, διάφορα. Έκοβα λοιπόν από το Photo σελίδες και τις έβαζα στο λογιστικό βιβλίο συνέχεια. Δεν έμαθα γαλλικά, πήγα στο γαλλικό σχολείο και άντεξα δύο χρόνια. Τέλος πάντων, ναι, δεν είχε το δωμάτιό μου κάτι κολλημένο στους τοίχους. Το κρεβάτι μου ήταν Neoset, ένα άσπρο κρεβάτι Neoset, όλα τα έπιπλα ήταν άσπρα στο δωμάτιο, το γραφείο, η ντουλάπα, τα ράφια.

Τότε είχα μακριά καστανόξανθα μαλλιά, σπαστό καρέ. Είχα αρχίσει και κάπνιζα Marlboro lights μαλακό. Τα αδέρφια μου τότε ήταν πιο κουλ, εγώ πιο βαρετός. Βαρετός, υπερκινητικός και δραματικός. Φόραγα συχνά μαύρα. Ζωγράφιζα όλη την ώρα. Δεν διάβαζα. Άκουγα πολλή pop, μου άρεσε πολύ η Madonna τότε – φαντάζομαι. Μου άρεσαν πολύ τότε οι Depeche Mode επίσης. Τρύπησα το ένα αυτί μου στα 14 κι έβαλα δύο σκουλαρίκια.

Ξύρισα μια μέρα το κεφάλι μου –μια μέρα στο νηπιαγωγείο έπεσαν πολλοί στοιβαγμένοι πάγκοι πάνω στο κεφάλι μου και με πήγαν στο νοσοκομείο, θυμάμαι τέλος πάντων–, ξύρισα το κεφάλι μου γιατί μου άρεσε ο Jimmy Somerville κι άφησα ένα μικρό τσουλουφάκι μπροστά όπως είχε κι αυτός, και πήγα σε ένα πάρτι στη γερμανική σχολή, κι επειδή ντρεπόμουν λίγο που είχα ξυρίσει το κεφάλι μου, είχα φορέσει ένα καπέλο της μητέρας μου κασμιρένιο, άσπρο, και πέρασε δίπλα μου ένας τύπος ο οποίος μονολόγησε: «Κοίτα, αυτός φοράει μια καπότα στο κεφάλι». Κι έφυγε γελώντας. Οι φίλοι μου εκείνη την εποχή ήταν μόνο γυναίκες μεγαλύτερες σε ηλικία.

Στα 15 έπεισα τους γονείς μου να με αφήσουν να φύγω για την Αυστρία. Είχα βρει μια σχολή για tailoring, φαντάσου κάτι σαν επαγγελματικό λύκειο, το οποίο βρισκόταν στο Salzburg. Στο Salzburg, για καλή μου τύχη, έμενε η θεία μου η Βαρβάρα, η αδερφή της μητέρας μου. Εκείνη την εποχή είχε πεθάνει η μητέρα του άντρα της θείας Βαρβάρας, οπότε υπήρχε διαθέσιμος χώρος για να μείνω. Πήγα λοιπόν. Στην αρχή έκλαιγα όλη την ώρα. Στη σχολή τα πράγματα ήταν αρκετά δύσκολα. Ήμουν το πρώτο αγόρι στην ιστορία της σχολής που δέχθηκαν να φοιτήσει, ήμουν το μόνο αγόρι ανάμεσα σε δεκάδες κορίτσια. Υπάρχει μια έκφραση στα γερμανικά που περιγράφει απόλυτα τις μέρες αυτές. «Ο κόκορας μέσα στο κοτέτσι». Καταλαβαίνεις τι σημαίνει.


Στο Salzburg στα 16 του, στο σπίτι της θείας του Βαρβάρας, ενώ επικολλά σε λινό ύφασμα παραδοσιακά αυστριακά μοτίβα.
©Marios Schwab

Η μητέρα του Marios, Νίκη (αριστερά), με την αδελφή της, Βαρβάρα.
©Marios Schwab

Ο Marios Schwab (δεύτερος από αριστερά) στο Νηπιαγωγείο, με συμμαθητές του.
©Marios Schwab

Εξόρμηση στη φύση του Steiermark με τον αυστριακό παππού του, τα αδέλφια και τα ξαδέλφια του.
©Marios Schwab

Όχι, νομίζω δεν καταλαβαίνω τι σημαίνει η φράση «ο κόκορας στο κοτέτσι».

Ο κόκορας μέσα στο κοτέτσι χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάποιον που είναι περιτριγυρισμένος από κοπέλες ή γυναίκες και, όντας το μόνο αρσενικό, δεν έχει να μοιραστεί με κάποιον άλλο την ιδιαίτερη θέση του. Ταυτόχρονα έχει την αδιαίρετη προσοχή των κοριτσιών/γυναικών, το οποίο είναι κάτι που τον ικανοποιεί και τον κολακεύει. Έτσι, γεμάτος αυτοπεποίθηση, ενώ δεν έχει ανταγωνισμό από άλλο αρσενικό, αισθάνεται περήφανος για τον ρόλο του.

ΟΚ, κατάλαβα.

Παρ’ όλα αυτά, έμαθα πολλά εκεί, στη σχολή εννοώ. Έμαθα ότι δεν διορθώνεται κάτι που έχει ξεκινήσει στραβά στα ρούχα. Πρέπει να ξαναγίνει από την αρχή. Αυτό ήταν αδιανόητο, ας πούμε, τότε για το ελληνικό μενταλιτέ μου. Όταν τελείωσε η εκπαίδευση της Αυστρίας, αποφάσισα να πάω στο Βερολίνο σε μια γαλλική σχολή μόδας. Εκεί για πρώτη φορά συνειδητοποιώ και αποδέχομαι το ότι είμαι ομοφυλόφιλος. Η πόλη με συγκλόνισε. Στο Βερολίνο σπούδαζε τότε ψυχολογία ο αδερφός μου, οπότε ήταν κάπως σχετικά πιο εύκολη η προσαρμογή. Ζούσα μέσα σε ένα ατελείωτο –πολλές φορές μελαγχολικό– πάρτι. Δεν πάταγα πολύ συχνά στη σχολή στην αρχή. Έβγαινα συνέχεια. Συνέχεια. Έκανα τα μαλλιά μου bleached και αγάπησα τα H&M, που μόλις είχαν πρωτοανοίξει.

Με επισκέφτηκαν οι γονείς μου, θυμάμαι, γιατί παρατήρησαν μια αλλαγή σε εμένα και ανησύχησαν. Με ρωτούσαν τι συνέβη, τι συνέβη, τι συνέβη. Περνούσα τέλεια στο Βερολίνο. Μετά όμως σταμάτησα να περνάω καλά. Βαρέθηκα, κουράστηκα, αυτοκτόνησε κι ένας πολύ καλός μου φίλος, συμφοιτητής μου – θυμάμαι είχε μια μεγάλη μανία με τον Jean Paul Gaultier –, τον βρήκαν κρεμασμένο λίγες μέρες μετά την αποφοίτησή μας.

Έτσι αποφάσισα να ξαναφύγω. Κι αποφάσισα να πάω στο Λονδίνο. Έγραψα επιστολές σε σχεδιαστές στο Λονδίνο και δεν με δέχτηκε κανείς, και τώρα που το σκέφτομαι ευτυχώς, γιατί για κάποιον λόγο έστελνα επιστολές σε σχεδιαστές που δεν θα ήθελα καθόλου να κάνω πρακτική σε αυτούς. Δεν ξέρω γιατί το έκανα αυτό. Μετακόμισα στο Λονδίνο το 1999 και το πρώτο σπίτι ήταν στο Finsbury Park. Το σπίτι ήταν χάλια και η περιοχή απαίσια. Δεν πέρναγα καλά καθόλου. Έμενα σε μια φίλη, την Ήρα. Πολύ συμπαθητική η Ήρα. Η ζωή άρχισε να μπαίνει σε μια σειρά, αλλά χωρίς να μπορώ να την περιγράψω έχοντας απόλυτη αίσθηση του χρόνου.

Γνώρισα μια Ισπανίδα και αρχίσαμε να φτιάχνουμε κεριά, μετά έκανα product design στο Goldsmiths, ύστερα masters degree στο Saint Martins το 2004, γνώρισα ανθρώπους που είχαν ενδιαφέρον, γνώρισα κι άλλους διάφορους, αδιάφορους, κάποια στιγμή σκέφτηκα να πάω στο Παρίσι, τελικά δεν πήγα, και κάποια στιγμή, ερασιτεχνικά στην αρχή, ξεκίνησα το δικό μου brand. Ακολούθησαν ωραίες στιγμές, δύσκολες στιγμές, πολλά, πολλά. Δεν ξέρω. Μου λείπει από το Λονδίνο μια βόλτα σε ένα πάρκο – και δεν μου λείπει από εκεί τίποτα, μα τίποτα άλλο.

Τώρα ζω στην Αθήνα. Κατεβαίνω στο κέντρο δύο φορές την εβδομάδα για δουλειά. Ζω με τον Χοσέ και τον σκύλο μας, τον Όλιβερ, στον Βύρωνα. Παλιά ήθελα παιδιά, μου άρεσε πολύ σαν ιδέα, αλλά τώρα όχι, τώρα είμαι ΟΚ μόνο με τον σκύλο. Ο σκύλος είναι υπέροχος, τον έδωσε μια κοπέλα –νομίζω τη λέγανε Σάντρα, αλλά δεν είμαι βέβαιος– στον Χοσέ, να τον κρατήσει για λίγες μέρες, αλλά αυτή μετά τη βάλανε στη φυλακή για φοροδιαφυγή στις Μπαχάμες και έτσι τον κρατήσαμε εμείς. Είναι πια τεσσάρων ετών. Μαγειρεύω ωραίο σπανακόρυζο και ωραία σπανακόπιτα. Δεν αντέχω τις πλαστικές και τις σιδερένιες κρεμάστρες, δεν αντέχω τον ήχο που κάνουν οι σαγιονάρες όταν περπατάει κάποιος φορώντας τες.

Ο ήχος της παντόφλας σε ενοχλεί εξίσου;

Ευθύμη, εξαρτάται από την παντόφλα. Κάποιες παντόφλες ναι, κάποιες παντόφλες όχι. Επίσης δεν αντέχω τον ήχο της σαμπάνιας όταν πέφτει στο ποτήρι, τον θεωρώ πολύ ανόητο ήχο.

Σε ενοχλεί και ο ήχος του ανθρακούχου νερού όταν πέφτει στο ποτήρι ή μόνο ο ήχος ενός αλκοολούχου αφρώδους ποτού σε ενοχλεί;

Όχι, και του ανθρακούχου νερού ο ήχος με ενοχλεί πολύ. Μου αρέσει όμως ο ήχος του καραβιού. Είχα ηχογραφήσει παλιά τον ήχο της μηχανής ενός επιβατικού πλοίου και τον άκουγα συχνά και στο Salzburg και στο Βερολίνο όταν ήμουνα μόνος μου. Έκοψα το τσιγάρο πριν από χρόνια. Δεν καπνίζω πια. Είμαι πολύ κριτικός απέναντι στο πώς κάποιος είναι ντυμένος, αλλά ταυτόχρονα δεν με ενδιαφέρει και καθόλου. Δεν ξέρω πώς να σ’ το περιγράψω, ισχύουν και τα δύο ταυτόχρονα. Τέλος, θα ήθελα να σου πως μου αρέσει πολύ το τραγούδι Μανούλα μου του Χατζιδάκι και το Μια φορά θυμάμαι της Αρλέτας. Είναι τα αγαπημένα μου.

Είσαι σίγουρος ότι αυτά τα δύο τραγούδια είναι τα αγαπημένα σου;

Όχι. Δηλαδή, δεν ξέρω. Μπορεί να μην είναι τα πιο αγαπημένα μου και να σου λέω λάθος τραγούδια, αλλά πάντως αυτά μου αρέσουν αρκετά.

*Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο τεύχος Μαρτίου της Vogue Greece. 

Διαβάστε επίσης | Urban Picnic: Οι ωραιότερες τσάντες της άνοιξης

Scroll to Top