High Fidelity: Όταν το σινεμά γίνεται μέρος της πραγματικής ζωής

Share on facebook
Share on linkedin
Share on pinterest

High Fidelity: Όταν το σινεμά γίνεται μέρος της πραγματικής ζωής

Share on facebook
Share on linkedin
Share on pinterest
unsplash
unsplash

Πέρα από όμορφες εικόνες και αγαπημένους ήρωες, το σινεμά γίνεται συχνά μέρος της πραγματικής ζωής. 

Έξι μήνες, είκοσι δύο ημέρες και λίγες ώρες απαιτήθηκαν για να μακρύνω τα μαλλιά μου, από τότε που τόλμησα το κούρεμα της Amélie Poulain. 

Σαράντα λεπτά και δέκα δευτερόλεπτα πέρασαν –όσο δηλαδή περίμενα να αδειάσει το πεζοδρόμιο μπροστά στη βιτρίνα του Tiffany–, για να καταφέρω να φωτογραφηθώ σαν τη Holly Golightly.

Σχεδόν έντεκα ώρες έτρωγα ποπ κορν παρακολουθώντας τον Τιτανικό, γιατί είχα υποσχεθεί σε συμμαθητές μου ότι θα πηγαίναμε μαζί και δεν τόλμησα να πω ότι τον είχα δει με άλλους.

Μόνο τέσσερις είναι οι γερμανικές λέξεις που ξέρω: Der Himmel über Berlin.

Σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις έχω χρησιμοποιήσει ατάκες της Penny Lane.

Δύο σερβιτόροι εστιατορίου σκαρφάλωσαν στον εξώστη για να κατεβάσουν μια αφίσα της ταινίας Persepolis και να μας την προσφέρουν ως δώρο, όταν άκουσαν ότι την είχαμε δει στο πρώτο μας ραντεβού με τον μεγάλο μου έρωτα.

Άπειρες φορές τραγουδάω φωναχτά Τό-τορο, το-τόρο – ναι, ακόμα και στο μετρό.

Μία μόνο φορά άντεξα να δω τον Κυνόδοντα.

Και αυτή δεν είναι καν η πιο αναλυτική λίστα μου, αγαπημένε Rob Gordon.

Ο κινηματογράφος εισβάλλει στην καθημερινότητά μας με τόσο ορμητικό τρόπο, που μπορεί να επηρεάσει σχεδόν τα πάντα – από τις πιο μεγάλες αποφάσεις έως τις πιο μικρές παραξενιές. Είναι ο φίλος που μας διασκεδάζει και μας εμπνέει, αλλά και η διαβολική σκιά στον καθρέφτη που μας προβληματίζει. Σαν μαριονετίστας υψηλής ανάλυσης, μας γεμίζει εικόνες, προσδοκίες και έρωτες, τα παίρνει πίσω και μας τα ξαναδίνει με τους επόμενους τίτλους αρχής. Είναι εκεί όταν χρειαζόμαστε παρέα τα δύσκολα βράδια των μετεφηβικών κρίσεων και των ενήλικων ενδοσκοπήσεων. Είναι ο λόγος που αφήνουμε αναμμένα τα φώτα το βράδυ και κοιτάζουμε πάντα πίσω από την κουρτίνα όταν μπαίνουμε στο μπάνιο. Υπάρχουν ταινίες που μας φτιάχνουν τη διάθεση και άλλες που αποφεύγουμε, μέχρι να είμαστε έτοιμοι να τις αντιμετωπίσουμε. Υπάρχουν ηρωίδες που μένουν μαζί μας για πάντα και άλλες που μας θυμίζουν τον εαυτό που αφήσαμε πίσω. Υπάρχουν ατάκες που γίνονται κομμάτια της προσωπικότητάς μας και φιλίες που ξεκινούν από μια κοινή κινηματογραφική εμμονή (εδώ θυμόμαστε πάντα τον Colin Firth σαν Mr. Darcy).


©unsplash

Το σινεμά είναι κάτι παραπάνω από μια 90λεπτη προβολή σε σκοτεινή αίθουσα. Είναι οι παρέες στις Νύχτες Πρεμιέρας, οι συνάδελφοι που μας κρατάνε θέση στις δημοσιογραφικές προβολές και ας δουλεύουμε σε ανταγωνιστικά έντυπα, οι ιστορίες που ξετυλίγονται σε βελούδινα καθίσματα κάτω από περίτεχνα ταβάνια – και αυτός ο πόνος στο στομάχι όταν τα είδαμε κάποτε να καίγονται. Είναι η αφορμή να συναντηθούμε, να θυμηθούμε όσα μας ενώνουν, να μιλήσουμε για την τέχνη, τα όνειρα και τις αγωνίες μας, που προβάλλουμε με τη σειρά μας στην οθόνη. Ο κινηματογράφος είναι τόσο μαζικά επιδραστικός, που γίνεται συχνά αφορμή για τις πιο δύσκολες συζητήσεις και για τις πιο αισιόδοξες αλλαγές. Όπως η διαφορετικότητα μέσα από την τέχνη, οι γυναίκες σαν παράγοντες αποφάσεων πίσω από την κάμερα, το ουσιαστικό diversity στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, το ασφαλές επαγγελματικό περιβάλλον, η ισότητα, η πολιτική κινητοποίηση. Προβληματισμοί που εκφράζονται πια ηχηρά στο κόκκινο χαλί, αφήνοντας πίσω ακόμα και τα ονόματα των σχεδιαστών οι οποίοι υπογράφουν τις φαντασμαγορικές τουαλέτες.

Από το σινεμαδάκι των καλοκαιρινών μας διακοπών μέχρι τον πειραματικό κινηματογράφο των φοιτητικών εξορμήσεων, η ανάγκη για απόδραση είναι τόσο στενά συνδεδεμένη με την καθημερινότητα όσο και οι ταινίες-ορόσημα που μας εμπνέουν να πλησιάσουμε τους ανθρώπους γύρω μας, να αφεθούμε στις στιγμές, να εκφράσουμε τα συναισθήματά μας χωρίς τις λέξεις που μας δυσκολεύουν μερικές φορές — εξ ου και οι εννέα φορές που είδα σαν παιδί τη Γέφυρα του Ποταμού Κβάι, μια από τις αγαπημένες ταινίες του μπαμπά μου, από την οποία θυμάμαι κυρίως τη ζεστασιά καθώς με έπαιρνε ο ύπνος δίπλα του στον καναπέ.


©unsplash

Ακόμα και σήμερα, στο απόγειο της κουλτούρας των σταρ, που δεν χρειάζεται καν η αποκλειστικότητα των παπαράτσι γιατί έχουμε διαρκή πρόσβαση στις ζωές τους μέσα από τα social media, ο βασικός λόγος που τους «καταδιώκουμε» είναι επειδή νιώθουμε την ανάγκη να δούμε, φευγαλέα έστω, κάτι από την καθημερινότητα των ανθρώπων οι οποίοι ενσάρκωσαν χαρακτήρες που αγαπήσαμε. Αυτό που αναζητούμε περισσότερο και από το κουτσομπολιό είναι να παρασυρθούμε από τους ήρωες, τις περιπέτειες που προβάλλονται στον τοίχο απέναντί μας και να ταυτιστούμε, να γελάσουμε, να εξοργιστούμε ή να σκουπίσουμε βιαστικά τα μάτια μας όταν ανάψουν τα φώτα.

Όλους αυτούς τους μήνες της πανδημίας, περπατώντας κάτω από σκοτεινές μαρκίζες, νοσταλγώ το σινεμά της γειτονιάς όπου μεγάλωσα στην Αθήνα. Εκεί πήγαινα με τους γονείς μου όταν ήμουν μικρή, εκεί έκανα την πρώτη μου έξοδο μόνη, μαζί με τις φίλες μου, εκεί ξέχασα δύο φορές το κινητό και το πορτοφόλι μου, για να μου τα δώσει πίσω η γνώριμή μου κυρία στο ταμείο. Εκεί πήγα και τα παιδιά μου για την πρώτη τους επαφή με τη μεγάλη οθόνη πριν από μερικά χρόνια, όταν ξεκίνησε να κάνει και θερινές προβολές στην ταράτσα. Τυλιγμένοι σε φούτερ είδαμε το Hotel Transylvania 2 και φεύγοντας ζήτησα από την ιδιοκτήτρια την αφίσα, για να την κρεμάσω στο δωμάτιό τους σαν ανάμνηση της πρώτης τους κινηματογραφικής προβολής – την οποία δεν χρειάστηκε να αφήσουμε στη μέση και να φύγουμε τρέχοντας επειδή το ένα από τα δύο βαριόταν και μας το έδειχνε ενοχλώντας τον κύριο στο μπροστινό κάθισμα. Η κυρία, λοιπόν, που μέχρι τότε έβλεπα μόνο από τη μέση και πάνω, πίσω από το γκισέ, σηκώθηκε με προθυμία, κατέβασε την αφίσα με προσοχή, την τύλιξε ρολό και μας την πρόσφερε χαρούμενη. Λίγο καιρό μετά, την κορνιζάραμε και την κρεμάσαμε στο δωμάτιο των παιδιών στην Αμερική, δίπλα από αυτήν της Persepolis. Οι αφίσες αυτές, μέρος και των δικών μας σκηνικών, είναι πάντα εκεί για να μας θυμίζουν τις ταινίες, τις βόλτες, τις πόλεις, τους ανθρώπους και την υποψία που είχαμε ότι κάπως έτσι μετριέται η ευτυχία. Μια υποψία που γίνεται βεβαιότητα κάθε φορά που πέφτουν οι τίτλοι τέλους.

Διαβάστε επίσης | Beauty Looks από χαρακτήρες παραμυθιών που μας έκαναν να ονειρευτούμε

Scroll to Top