The GenX Mess: Έλατα στο πεζοδρόμιο

Share on facebook
Share on linkedin
Share on pinterest

The GenX Mess: Έλατα στο πεζοδρόμιο

Share on facebook
Share on linkedin
Share on pinterest
Cecil Beaton Conde Nast
Cecil Beaton Conde Nast

Η ιστορία με το δέντρο είναι τραγελαφική και ίσως ο λόγος που κάποτε θα μου πάρουν πίσω την πράσινη κάρτα. Πριν τόσα πολλά χρόνια που ζούσα στο Λος Άντζελες με την Συγκάτοικο, όταν ήρθε η ώρα του Χριστουγεννιάτικου στολισμού, διαπιστώσαμε πως πάλι είχαμε εξαντλήσει το μηνιάτικό μας σε παπούτσια και καλλυντικά — κάτι που μπορούσαν να προβλέψουν όλοι εκτός από εμάς. Το σπίτι μας ξέμεινε με τα ίδια λαμπάκια που έτσι κι αλλιώς είχαμε στολισμένα όλο τον χρόνο.

Την επόμενη μέρα των Χριστουγέννων, όμως, όταν βγήκαμε έναν περίπατο στη γειτονιά (όντας οι μόνοι άνθρωποι που περπατάνε στο LA) με το που ανοίξαμε την πόρτα, παγώσαμε: όσο έφτανε το μάτι μας, ξαπλωμένα χριστουγεννιάτικα δέντρα στα πεζοδρόμια, πεταμένα άδοξα στην άκρη του δρόμου. Τώρα ξέρουμε ότι τα μαζεύει η πόλη για να τα κάνει ροκανίδια ή mulch, αλλά τότε ήταν σαν να βρεθήκαμε ξαφνικά στο νεκροταφείο των Χριστουγέννων.

Όταν συνήλθαμε (γιατί όταν είσαι στα 20 κάτι συνέρχεσαι γρήγορα από μεθύσι και συναισθηματισμό) διαλέξαμε το μεγαλύτερο και το πιο φουντωτό δέντρο, πιάσαμε από μία άκρη και το κουβαλήσαμε σπίτι, σαν ετεροχρονισμένη εορταστική κάρτα. Περήφανες με το κατόρθωμά μας, το στολίσαμε με σκουλαρίκια, κολιέ και τιάρες (δυστυχώς, οι γείτονες δεν σκέφτηκαν να βγάλουν και τις μπάλες για ανακύκλωση), το καμαρώσαμε, βγάλαμε selfies (με ψηφιακές κάμερες και όχι κινητά, αν είναι δυνατόν) και το ξεχάσαμε. Κυριολεκτικά. Έμεινε εκεί να ρίχνει τις βελόνες και τα κλαράκια του, μέχρι τον Φεβρουάριο (μπορεί να ήταν και Μάρτιος, δεν ορκίζομαι).

Μια μέρα που μας έπιασε η νοικοκυροσύνη, το βγάλαμε κι εμείς στο πεζοδρόμιο, μόνο και μόνο για να να μας το επιστρέψουν στην πόρτα με ένα ροζ χαρτάκι από τον δήμο ζητώντας 350 δολάρια για την απομάκρυνσή του εκτός σεζόν. Σ’ αυτό το σημείο κοιταχτήκαμε πανικόβλητες γιατί –καλά το μάντεψες– είχαμε πάλι φάει το μηνιάτικό μας σε παπούτσια και καλλυντικά. Ξεμείναμε λοιπόν με το ξεραμένο δέντρο μας και καταστρώσαμε το σχέδιο: μόλις νύχτωσε το ρίξαμε στο πίσω κάθισμα του ανοιχτού αυτοκινήτου μας (ναι, ζούσαμε το καλιφορνέζικο όνειρο με τον αέρα να χτυπάει τα μαλλιά μας διαρκώς, κυρίως γιατί είχε χαλάσει η κουκούλα και δεν καταφέραμε ποτέ να την σηκώσουμε, αλλά δεν είχαμε και χρήματα για να την φτιάξουμε γιατί τα τρώγαμε όλα σε παπούτσια και καλλυντικά) και οδηγήσαμε προς μια τυχαία κατεύθυνση.

Όταν υπολογίσαμε ότι είχαμε φτάσει αρκετά μακριά από το σπίτι, εντοπίσαμε ένα McDonalds, πετάχτηκα έξω από το αυτοκίνητο, έσυρα το δέντρο στο πίσω δρομάκι με το γιγαντιαίο dumpster (σαν αυτά που βλέπεις στην τηλεόραση σε κάθε ταινία δράσης), το πέταξα εκεί και μετά ξαναέτρεξα στο αυτοκίνητο, πήδηξα πολύ κινηματογραφικά πάνω από την πόρτα και είπα αυτό που πάντα ήθελα να ξεστομίσω με σειρήνες πίσω μας: “go, go, go!”. Η συγκάτοικος παύλα συνεργός που είχε δει αρκετό Ταραντίνο για να ξέρει πώς ξεφορτώνουμε ένα πτώμα στην Καλιφόρνια, γκάζωσε το παλιό μας αυτοκίνητο με ένα μουγκρητό και το σκάσαμε από την σκηνή του εγκλήματος.

Θυμάμαι να νιώθουμε τύψεις που το δεντράκι μας είχε τόσο άδοξο τέλος, είχε γίνει μέλος του σπιτικού μας πια, αλλά το ξεπεράσαμε γρήγορα όταν επενδύσαμε αυτά τα 350 δολάρια του προστίμου σε –wait for it– παπούτσια και καλλυντικά. Αυτή είναι μια από τις ιστορίες των πρώτων μου Χριστουγέννων στην Αμερική και μακράν η πιο αγαπημένη μου, γιατί όταν την διηγούμαι σε Αμερικάνους –ή οποιονδήποτε υπεύθυνο ενήλικο στον πλανήτη– σωπαίνουν αμήχανοι. Ακριβώς όπως ο τωρινός εαυτός μου.

Αλλά, τότε σπάνια μας ένοιαζαν οι κανόνες. Ήμασταν αλώβητες, άτρωτες, αθάνατες. Ήμασταν στα 20’s μας με γρήγορο μεταβολισμό και διαρκές eyeliner, χορεύαμε πάνω σε πανύψηλα τακούνια όλο το βράδυ, ξέραμε όλα τα υπόγεια after parties (τα κλαμπ κλείνουν στις 2 στην Καλιφόρνια) και πηγαίναμε απευθείας στα στούντιο των πρωινών εκπομπών για μάθημα (μέσα σε όλα ήμασταν και φοιτήτριες δημοσιογραφίας, πάντα το ξεχνάω αυτό). Ε, μετά συνεχίζαμε την μέρα σαν να μην συνέβαινε τίποτα και καταλήγαμε πάλι στο Viper Room που μας ανατρίχιαζε γιατί ήταν το κλαμπ που πέθανε ο River Phoenix (αδερφός του Χοακίν για τις νεότερες που δεν τον έκλαψαν στα ‘90s) αλλά είχε πάντα τις καλύτερες μπάντες να παίζουν. Δεν θυμάμαι πότε κοιμόμασταν ή τρώγαμε.

Ξέρω ότι δεν μαγείρεψα ποτέ μέχρι τα 30κάτι μου περίπου κι αυτό γιατί μετακόμισα σε μια πόλη που τα εστιατόρια ήταν υπερβολικά ακριβά (και όπως όλοι καταλάβαμε, ακόμα δεν είχα μάθει να τηρώ τον προϋπολογισμό). Θυμάμαι τους γονείς μου να κουνάνε το κεφάλι προβληματισμένοι που δεν έδειχνα κανένα ταλέντο στις βασικές ικανότητες επιβίωσης (όπως το να μου παρέχω τροφή), αλλά όπως όλα τα άλλα, ήρθε όταν απλώς ήμουν έτοιμη. Όταν ταίριαζε στη δική μου ζωή και όχι στο timeline των άλλων. Τελικά τους εξέπληξα όλους πάντως ψήνοντας ακόμα και το δικό μου ψωμί (ξανά, χόμπι που ξεκίνησε από λύση ανάγκης γιατί στην πόλη που ζούμε το ψωμί έρχεται γκουρμέ και πανάκριβο από φούρνους πολυτελείας).

Διαβάζω τώρα όλα αυτά τα άρθρα και τα memes ενδυνάμωσης που επιμένουν ότι δεν υπάρχει μόνο ένας τρόπος εξέλιξης για όλους, η ζωή και η πρόοδός μας δεν είναι μια γραμμική απεικόνιση, το να περιμένουμε τα ίδια στάδια στις ίδιες ακριβώς ηλικίες είναι ισοπεδωτικό και αντιπαραγωγικό. Χμ, μακάρι να είχα πάρει αυτό το memo όταν μεγάλωνα και ένιωθα πως τα κάνω όλα στραβά.

Η ιστορία με το δέντρο είναι κάτι που κανείς δεν θα μπορούσε να μαντέψει σήμερα που φορτώνω το δέντρο στην οροφή του οικογενειακού αυτοκινήτου για να το επιστρέψω στο φυτώριο απ’ όπου το πήραμε να συνεχίσει την ζωή του. Αυτές οι δύο εικόνες είναι τόσο διαφορετικές μεταξύ τους, αλλά αφορούν τον ίδιο άνθρωπο. Μεγαλώνουμε όμως και αλλάζουμε. Εξελισσόμαστε, μεταμορφωνόμαστε. Με το δικό μας ρυθμό. Όπως ακριβώς θέλουμε. Γιατί δεν είμαστε δέντρα να μας πουν οι άλλοι πότε είμαστε χρήσιμοι, πού πρέπει να σταθούμε και πότε πρέπει να παραιτηθούμε, πεταμένοι στην άκρη του δρόμου.

Διαβάστε επίσης | The GenX Mess: Η τελευταία μέρα του χρόνου

Scroll to Top