The GenX Mess: Το δικαίωμα στην προσωπική διήγηση

Share on facebook
Share on linkedin
Share on pinterest

The GenX Mess: Το δικαίωμα στην προσωπική διήγηση

Share on facebook
Share on linkedin
Share on pinterest
Cecil Beaton Conde Nast
Cecil Beaton Conde Nast

Πάνω από οχτώ μήνες. Για ακρίβεια 250 μέρες. Έξι χιλιάδες ώρες. Αυτός είναι ο χρονικός προσδιορισμός που πλαισιώνει ποσοτικά το κομμάτι της ζωής που έχω περάσει σε αυστηρό social distancing. Η καραντίνα με βρήκε στην ανατολική ακτή των ΗΠΑ -που για μήνες οι εφημερίδες απλώς ονόμαζαν Επίκεντρο- και μετά στην πολιτεία του Μίσιγκαν που καίγεται από κρούσματα, νεκρούς και πολιτικές αναταραχές από τους οπαδούς του Τραμπ και τους φανατικούς Ευαγγελιστές που νομίζουν ότι δεν χρειάζονται μάσκες γιατί τους προστατεύει η πίστη τους. Τριακόσιες εξήντα χιλιάδες λεπτά από τη ζωή μου μπροστά σε άδεια ράφια σούπερ μάρκετ, κλειστά μουσεία, θέατρα και σινεμά, χρεοκοπημένα εστιατόρια, έρημα σχολεία και παιδικές χαρές, φίλες που δεν μπορώ ν’ αγκαλιάσω και μια οικογένεια μακριά που μου λείπει και την χρειάζομαι περισσότερο από ποτέ, αλλά δεν μπορώ να ταξιδέψω για να τους το πω.

Δώδεκα εκατομμύρια κρούσματα στη χώρα που ζω και δύο παιδιά που με κοιτάνε πίσω από τις μάσκες τους, λίγο πιο ανήσυχα, λίγο πιο απορημένα με κάθε μέρα που περνάει και τους κρατάω μακριά από τους φίλους τους -”θυμηθείτε, ένας αλιγάτορας απόσταση πάντα μεταξύ σας”-, κάθε μέρα που το προαύλιο του σχολείου τους μένει άδειο, αφιλόξενο. Οι οθόνες τους προκαλούν πονοκέφαλο, παραπονέθηκαν προχθές, και το βρήκα ειρωνικό πόσο μαλώναμε παλιά για να κλείσουν τις οθόνες και ν’ αφήσουν κάτω τα τάμπλετς, και τώρα δεν αντέχουν άλλο, μειώνουν την φωτεινότητα και τρίβουν σφιγμένες γροθιές πάνω στα πρόσωπά τους.

Κάθε μήνα, εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες μόνο στις ΗΠΑ αναγκάζονται να αφήσουν τις δουλειές τους, κυρίως για ν’ αναλάβουν την κατ’ οίκον εκπαίδευση των παιδιών, ένας αριθμός σχεδόν 8 φορές μεγαλύτερος από αυτό των ανδρών. Μέσος όρος ηλικίας; 35-45 χρονών δηλαδή τα χρόνια των μεγαλύτερων παραγωγών, προαγωγών και ιδεών. Εμείς είμαστε οι γυναίκες αυτές που εξαφανίζονται από το εργατικό δυναμικό σε μία νύχτα, όπως είμαστε και οι άλλες που παραμένουν και κρατιούνται με νύχια και με δόντια να τα βγάλουν πέρα με τον κίνδυνο της μόλυνσης, τις συνεδριάσεις σε zoom και τα στερεότυπα που χτυπάνε τον επαγγελματισμό και την εγκυρότητά μας κάθε φορά που ένας μικρός άνθρωπος κοιτάει με περιέργεια την οθόνη και βγάζει την γλώσσα σε πελάτες και προϊσταμένους.

Είμαστε οι γυναίκες που έχουμε ήδη χάσει πολλά, έχουμε βιώσει τις τεράστιες οικονομικές κρίσεις στις ηλικίες που θα έπρεπε να γιορτάζουμε επιτυχίες, αποχαιρετήσαμε τις πόλεις, τα όνειρα και εκείνες τις μεγάλες υποσχέσεις με τις οποίες μας μεγάλωσαν. Και τώρα γλιστράνε μέσα από τα χέρια μας όσα είχαμε κρατήσει με τρομερές προσπάθειες. Θέλουμε και μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο αλλά το μόνο που μας έμεινε να κάνουμε είναι να ακουγόμαστε σαν τους γιους μου όταν παίζουν με τα αυτοκινητάκια τους: ζουμ, ζουμ, ζουμ, ζοοοουμ.

Δεν είναι φοβερό λοιπόν να παραδεχτούμε ότι δυσκολευόμαστε πολύ. Καθημερινά. Στο inbox μας ένα σωρό emails πλαστού ενθουσιασμού και corporate γλώσσας με κενές υποσχέσεις για υποστήριξη και τα περίφημα “resources”, γύρω μας το διπολικό των άκρων, από το γκλίτερ στην απόγνωση, επικοινωνιακές πολιτικές και influencers, κι εμείς κάπου στη μέση, κάθε μέρα αναρωτιέμαι τι απ’ όλα αυτά θα με βοηθήσει πρακτικά όταν τα δυο μου παιδιά είναι στο πάτωμα και κλαίνε για χαζές αφορμές λόγω υπεραερισμού των μικρών εγκεφαλικών τους νεύρων από τις ώρες στα λάπτοπ του σχολείου, και εγώ θέλω να κλάψω μπροστά από το δικό μου λάπτοπ γιατί πρέπει να τελειώσω τη δουλειά μου πριν τους παρηγορήσω και ο σύντροφός μου είναι κλεισμένος σε ένα άλλο δωμάτιο και παραδίδει μαθήματα σε φοιτητές που κλείνουν τις κάμερες για να μην τους δει κανείς ότι κλαίνε από νεύρα και θυμό για όσα χάνουν.

Και μέσα σε όλα αυτά, συνειδητοποιώ απόλυτα και με τρομερή ευγνωμοσύνη πόσο τυχερή είμαι κατά τα άλλα: έχουμε ακόμα δουλειές, ιατρική κάλυψη, σπίτι και είμαστε υγιείς. Αλλά δεν είμαστε καλά. Και αρνούμαι να υποκύψω σ’ αυτήν τη γενική απαγόρευση της άφιλτρης αλήθειας, αυτόν τον δισταγμό να παραδεχτούμε πόσο σκούρα τα έχουμε βρει για να μην φανεί σαν προσωπική αποτυχία. Για να μην φανούμε αδύναμοι. Μικροί. Losers. Όπως, αρνούμαι ν’ ακούσω αυτούς που μου κουνάνε το δάχτυλο μέσα στη μούρη για το πόσο ευτυχισμένη θα έπρεπε να είμαι που περνάω τόσο καιρό με τα παιδιά μου – πάντα περνούσα χρόνο με τα παιδιά μου, αγαπητοί μου κριτές, δεν χρειαζόταν μια παγκόσμια πανδημία που απειλεί τη ζωή των γονιών μου για να τα ευχαριστηθώ.

Πραγματικά, δεν ξέρω τι ιδέα έχουν για τους εργαζόμενους γονείς ή τι άλλη πρόταση εναλλακτικού μοντέλου φαντάζονται, αλλά ο παιδικός σταθμός δεν είναι φυλακή, δεν καταδικάζουμε τα παιδιά μας κάπου να σπάνε πέτρες τραγουδώντας μπλουζ, τα πηγαίνουμε εκεί που περνάνε τις μέρες τους με φίλους και δραστηριότητες και μουσική, εκεί που πασαλείβονται με μπογιές και μαθαίνουν από επαγγελματίες, γιατί όσο και να τα αγαπάω και να μου λείπουν, η αλήθεια είναι πως δεν είμαι ειδική στην προσχολική εκπαίδευση. Και, φυσικά, οι άλλες μαμάδες, εκείνες που δουλεύουν στο σπίτι εξίσου σκληρά μ’ εκείνες στα γραφεία, κι αυτές χρειάζονται ένα διάλειμμα, μια ανάσα και όποιος υποστηρίζει το αντίθετο, τότε δεν έχει ασχοληθεί με την ανατροφή παιδιών παρά μόνο σε ρόλο guest star.

Μπλοκάρω τους λογαριασμούς των οικογενειών που ποζάρουν με ασορτί πιτζάμες και αχνιστά κέικ, γιατί αυτήν την στιγμή μου φαίνονται σαν κακομαθημένα παιδιά που δεν χρησιμοποιούν τα προνόμιά τους για κάτι πιο χρήσιμο πέρα από την αυτοπροβολή. Δεν έχω καμία υπομονή για όσους προσπαθούν να βρουν την “θετική πλευρά των πραγμάτων”, γιατί συνήθως κι αυτοί έρχονται από μια τάξη προνομίων και ασφάλειας. Πιστεύω όμως ακράδαντα ότι αν από την αρχή είχαμε μείνει όλοι ειλικρινείς και ανοιχτοί, αν δεν είχαμε εξαντλήσει τις δυνάμεις μας στις επιθέσεις εναντίον των μαμάδων, των μπαμπάδων, των νέων, των γέρων, των πιστών και των απίστων, των επαναστατών και των βολεμένων, εναντίον των γειτόνων, των φίλων και των διπλανών, αν απλώς είχαμε πει το ανθρώπινο και απολύτως λυτρωτικό “oh, fuck” με τα πρώτα κρούσματα, τα πράγματα ίσως ήταν καλύτερα.

Ναι, ναι, ξέρω τις πολιτικές ευθύνες, και όλα τα υπόλοιπα, αλλά αυτά είναι πράγματα που θα ξεδιπλωθούν σε βάθος χρόνου. Θα είναι πράγματα που πρέπει να συζητήσουμε και πάλι νηφάλια την ώρα των εκλογών ή την ώρα της δίκης των ηγετών (και των αρνητών) για εγκλήματα σε καιρό ειρήνης που άφησαν να πεθάνουν εκατομμύρια άνθρωποι (γκουχ, γκουχ Τραμπ). Αυτά όμως ξεφεύγουν από το παρόν κείμενο, γιατί αντίθετα με τα μισά μου unfriend στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αυτές τις μέρες, δεν πιστεύω ότι είμαι επιδημιολόγος ή πολιτικός/ κοινωνικός/ οικονομικός αναλυτής επειδή διάβασα κάτι στους NY Times.

Πιστεύω όμως στην φωνή των άλλων γυναικών και αυτή είναι που θέλω ν’ ακουστεί αυτή τη φορά, αντίθετα με κάθε άλλη ιστορική στιγμή που ακούσαμε, καταγράψαμε και ονομάσαμε ιστορία μόνο την διήγηση των αντρών. Πρέπει ν’ ακουστούν οι γυναίκες χωρίς να προσπαθούν να τις αποσιωπήσουν με απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς για τις ικανότητές τους σαν μαμάδες, εργαζόμενες, πολίτες. Χωρίς να φοβόμαστε ότι θα χαρακτηρίσουμε γκρινιάρες.

Όπως πιστεύω και στο δικαίωμα όλων να εξομολογηθούμε την αλήθεια μας, να παραδεχτούμε τις δυσκολίες μας, να μοιραστούμε τον τρόμο και τις ανησυχίες μας, να αφήσουμε τα ψεύτικα χαμόγελα, να δώσουμε το βήμα και ένα μεγάφωνο στους ειδικούς ψυχικής υγείας και να κλείσουμε τα μικρόφωνα σε όσους υποστηρίζουν ότι οι συνθήκες πανδημίας είναι ουσιαστικά μια “ευκαιρία” για οτιδήποτε – εκτός από τον Μπέζος της Amazon που αυτήν την στιγμή πρέπει να πηδάει στον βατήρα πριν βουτήξει σε μια πισίνα από χρυσά νομίσματα, και ναι, αυτός είναι ο μόνος που μπορεί να ονομάσει την απειλή σε όλα όσα αγαπάμε “ευκαιρία”.

Βέβαια, αναγνωρίζω την ανάγκη πολλών γύρω μας να ξεστομίζουν επαναληπτικά ήχους και συλλαβές αισιοδοξίας για να επιστρέφουν στα αυτιά τους και να δίνουν θάρρος στους ίδιους, μερικές φορές το ψεύτικο χαμόγελο είναι αυτό που χρειαζόμαστε για να μας παρασύρει σε ένα πραγματικό. Και όλα αυτά είναι ανθρώπινα. Όπως η παραδοχή ότι χάσαμε τον έλεγχο. Ότι έχουμε καλές και κακές μέρες. Ότι μερικές φορές οι κακές μας μέρες είναι μαύρες τρύπες από τις οποίες δυσκολευόμαστε να βγούμε. Και ότι οι καλές μέρες δεν είναι αυτονόητες, δείγματα κάποιας δύναμης που μας κάνει καλύτερους από τους άλλους, αλλά πρέπει να γιορτάζονται σαν νίκη, επιτυχία, κατόρθωμα, ακόμα και αν ακολουθούνται από μια κακή μέρα και φτου και από την αρχή.

Η πανδημία δεν είναι πίστα κάποιου βίντεο γκέιμ που πρέπει να κερδίσεις, δεν είναι η ευκαιρία ν’ αποδείξεις ότι τα καταφέρνεις καλύτερα απ’ όλους, ότι εσύ δεν πήρες κιλά, ότι τελείωσες το βιβλίο που έγραφες και έμαθες να φτιάχνεις ψηφιδωτά, ότι εσύ κατάφερες να ξυπνάς κάθε πρωί με καλοχτενισμένα μαλλιά και βλέμμα καθαρό και στραμμένο στα μέλλον. Η κοινωνική απομόνωση δεν είναι τεστ, είναι ένας ιός στο σύστημα και δικαιούσαι να αγχωθείς για τα αρχεία που έχασες, να περιμένεις ανυπόμονα την επανεκκίνηση και ν’ απαιτήσεις την επόμενη φορά μια ηγεσία που θα πάρει στα σοβαρά την επένδυση στα antivirus. Είναι κάτι που συμβαίνει σε όλους μας ταυτόχρονα, αλλά δεν έχουμε όλοι τα ίδια εργαλεία και προνόμια να την αντιμετωπίσουμε.

Γι’ αυτό πρέπει να σταματήσει η γλωσσαπαγόρευση της προσωπικής διήγησης, ο καθένας έχει τη δική του περιγραφική διάλεκτο και εξομολογητικούς ιδιωματισμούς να εκφράσει αυτό που περνάει. Ας σταματήσουν οι χαρακτηρισμοί και οι ανταγωνισμοί και ν’ αρχίσει η επούλωση. Από σήμερα. Γιατί δεν θέλεις η υστεροφημία σου να κριθεί από ένα tweet που θα μείνει για πάντα να αιωρείται γύρω σου, όπου υπερηφανεύεσαι ότι εσύ πέτυχες τους πιο γραμμωμένους κοιλιακούς της ζωής σου με τον γυμναστή στο zoom, ενώ ένας ολόκληρος πλανήτης πενθεί ανθρώπους και θρηνεί χαμένες ευκαιρίες, εκπαίδευση, αγκαλιές.

Διαβάστε επίσης | High Fidelity: Όταν το σινεμά γίνεται μέρος της πραγματικής ζωής

Scroll to Top